March 28, 2017

Ίψεν for ever: ο Γιάννης Μόσχος και «Ο Ερρίκος Ίψεν στην ελληνική σκηνή»


Χτες, απόγευμα Δευτέρας 27 Μαρτίου, Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου, έγινε στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου η ζεστή παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Μόσχου «Ο Ερρίκος Ίψεν στην ελληνική σκηνή. Από τους Βρυκόλακες του 1894 στις αναζητήσεις της εποχής μας». Που κυκλοφόρησε σε μια προσεγμένη έκδοση η οποία εγκαινιάζει τη δραστηριότητα των Εκδόσεων «Αμολγός» (αρχαιοελληνική λέξη, ομηρικής προέλευσης). Αποσπάσματα διάβασαν ο Δημήτρης Καταλειφός κι η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου και μίλησαν ο εκδότης Βάιος Ντάφος κι ο θεατρολόγος, συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος. Το βιβλίο παρουσιάσαμε ο θεατρολόγος, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σκηνοθέτης Νικηφόρος Παπανδρέου, ο σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης κι ο υπογράφων που μου καναν την τιμή να μαι ανάμεσά τους.
Αναρτώ το κείμενο που χα ετοιμάσει: 

Λίγο σαν το ψάρι έξω απ’ τα νερά του νοιώθω εδώ πάνω -επί σκηνής. Πάντα κάθομαι απ’ την άλλη πλευρά -της πλατείας. Σκηνοθέτες, καθηγητής θεατρολογίας και δη ιψενιστής, πρωταγωνιστές… Γιατί ήρθα λοιπόν -να πω τι; Κι αν ο Ίψεν είναι κάπου στον εξώστη;
Τέλος πάντων. Είναι πολύ απλό. Ήρθα γιατί εκτιμώ τον Γιάννη τον Μόσχο. Δεν είμαι καν φίλος του κολλητός, ούτε ένα καφέ δεν έχουμε πιει μαζί -μόνο μια συνέντευξη για τα «Νέα» έχουμε κάνει, όλη κι όλη. Το 2005. Έτσι η εκτίμηση είναι πιο «άδολη».
Έχουμε και Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου σήμερα, ευτυχής η συγκυρία βέβαια, αλλά, επειδή εγώ έχω κάθε μέρα Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, δεν της δίνω της σημερινής και μεγάλη σημασία…

Τον Γιάννη Μόσχο τον γνώρισα, όπως τους περισσότερους από εσάς του θεάτρου, μέσω του θεάτρου. Απ’ την πρώτη φορά, μάλιστα, που το όνομά του μπήκε μετά τη λέξη σκηνοθεσία. Ήταν η σεζόν 2002/2003 -συνήθως με σεζόν μετράω, εγώ, το χρόνο… Στον Εξώστη του «Αμόρε». Στις «Δοκιμές» που οργάνωνε το «Θέατρο του Νότου» του Γιάννη Χουβαρδά για να προωθήσει νέους συγγραφείς, νέους μεταφραστές, νέους σκηνοθέτες, νέους σκηνογράφους/ενδυματολόγους, νέους συνθέτες, νέους διευθυντές φωτισμών, νέους ηθοποιούς… Που τόσοι απ’ αυτούς και τόσο εξελίχθηκαν, ώστε τώρα πια να μπορούμε να μιλάμε για «το φυτώριο του ‘Αμόρε’», όπως μιλούσαμε κάποτε για το «φυτώριο του ‘Θεάτρου Τέχνης’». Κι ας μην είχε το «Θέατρο του Νότου» δραματική σχολή.
Ήταν, λοιπόν, σεζόν 2002/2003, όταν ανέβηκε η πρώτη αυτή παράστασή του: «Οι μέρες πριν έρθεις» του Ανδρέα Φλουράκη, το έργο. Κάτι διαισθάνθηκα, φαίνεται: είχα γράψει, μετά, στο «Marie Claire» με το οποίο συνεργαζόμουν, τότε, παράλληλα με τα «Νέα»: «Ο πρωτάρης Γιάννης Μόσχος […] έδωσε σημάδια ότι ‘ξέρει’ και ότι είναι ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια».
Ε, λοιπόν στα 15 χρόνια που ’χουν μεσολαβήσει, ο -τότε «πρωτάρης»- Γιάννης Μόσχος απέδειξε ότι, όντως, «ξέρει». Κι ότι ήταν, όντως, «ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια». Με βασικούς σταθμούς και ορμητήριά του το «Αμόρε», την «Πόρτα» της Ξένιας Καλογεροπούλου, την 
Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» του -παρακείμενου- Νικηφόρου Παπανδρέου και της πατρίδας του, της Θεσσαλονίκης -διότι ο περί ου ο λόγος έχει άλλο ένα συν στο βιογραφικό του, είναι γεννημένος στην Σαλονίκη…-, ο Γιάννης Μόσχος, καθόλου φουριόζος, καθόλου αγχωμένος, με μέτρο και με σύνεση, χαλαρά, χωρίς ίντριγκες και διαγκωνισμούς, εισήλθε στο Φεστιβάλ Αθηνών, εισήλθε στο «Θέατρο Τέχνης», εισήλθε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά…, φέτος ανοίχτηκε και σε πιο main stream, που λέμε, ύδατα συνεργαζόμενος με τα «Αθηναϊκά Θέατρα», στο «Εμπορικόν», κι όχι μόνο δεν πνίγηκε αλλά με το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Άρθουρ Μίλερ έκανε, με τον Καταλειφό και την Σακελλαροπούλου και τους υπόλοιπους, μια απ’ τις καλύτερες και, ταμειακά, πιο επιτυχημένες παραστάσεις της σεζόν… Κι ας προβλέψω πάλι -είμαι σίγουρος- ότι «είναι ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια».
Τον παρακολουθούσα και τον παρακολουθώ -με την καλή έννοια. Έχω δει όλες τις δουλειές του, μ εξαίρεση, ίσως, κάποιες ελάχιστες εκτός Αθήνας. Από Άκη Δήμου και Αντώνη και Κωνσταντίνο Κούφαλη μέχρι Μάμετ, από Αναγνωστάκη μέχρι Μάικ Κένι και μέχρι Λούκας Μπέρφους, από Κοκτό και Ντένις Κέλι μέχρι Φρανκ ΜακΓκίνες, από Θόρντον Γουάιλντερ μέχρι την υπέροχη σύνθεσή του από διηγήματα του Τσέχοφ και μέχρι Πίντερ. Οι παραστάσεις του, όποιον δρόμο κι αν αποφασίσει ν’ ακολουθήσει, έχουν πίσω τους, κατά τη γνώμη μου πάντα, μια γνώση και μια αίσθηση του ρυθμού και μια ικανότητα να «μιλάει» τόσο με το συγγραφέα όσο και με τους ηθοποιούς. Με αποτελέσματα, σχεδόν πάντα, αν και σε τόσο διαφορετικού ύφους έργα, πολύ καλά έως και θαυμαστά. Κι έχει χιούμορ! Εξαιρετικής ποιότητας! Όταν, για παράδειγμα, είδα ΠΏΣ είχε ανεβάσει το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου στην Πειραματική, ε, του ’βγαλα το καπέλο. Ο σκηνοθέτης Γιάννης Μόσχος ξέρει να μετράει πολύ, μα πολύ καλά τις δόσεις. Ίσως, γιατί, πριν σπουδάσει στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτέλειου, είχε, όπως αποδεικνύεται, τελικά, την εξυπνάδα να σπουδάσει -κι έχει πάρει και το πτυχίο- φαρμακοποιός.
Βέβαια, εδώ, ήρθα να μιλήσω όχι για το σκηνοθέτη Γιάννη Μόσχο ούτε για το φαρμακοποιό Μόσχο αλλά για το διδάκτορα θεατρολόγο και συγγραφέα Γιάννη Μόσχο και για το πρώτο βιβλίο του, σύμπτυξη της διατριβής του, που, με τον τίτλο «Ο Ερρίκος Ίψεν (κι όχι Ίμπσεν, ευτυχώς…) στην ελληνική σκηνή. Από τους ‘Βρυκόλακες’ του 1894 στις αναζητήσεις της εποχής μας» και με ιδιαίτερη φροντίδα, κυκλοφόρησαν οι Εκδόσεις «Αμολγός» -παρθενική τους έκδοση που εύχομαι να ’ναι και καλορίζικη.
Την πρώτη μου εμπειρία με τον Ίψεν, ως θεατής, την είχα τη σεζόν 1971/1972 στο θέατρο «Βεργή». Στο υπόγειο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, νυν City Link, κάτω απ’ το «Παλλάς» ήταν, κατόπιν διχοτομήθηκε σαν την Κύπρο, το εναπομείναν κομμάτι του μετονομάστηκε σε «Βασίλης Αυλωνίτης» και, στη μετάπλαση του κτιριακού συγκροτήματος, εξαφανίστηκε. Η Έλσα Βεργή παρουσίαζε «Τα (σ.σ. «επικά», να τα πούμε;) παλληκάρια στο Χέλγκελαντ», σε σκηνοθεσία του Κλέαρχου Καραγιώργη. Για πρώτη -και τελευταία μέχρι σήμερα- φορά στην Ελλάδα. Η εμπειρία ήταν -λυπάμαι…- τραυματική -κάπως το προσδιορίζει, μέσω των ευρημάτων του για την παράσταση, κι ο Γιάννης Μόσχος στο βιβλίο του. Έκτοτε, συντασσόμουν με τους «ξεπερασμένος πια ο Ίψεν», μια τάση που, όπως επισημαίνει ο μελετητής, είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα ήδη απ’ το 1926 (!), είκοσι μόλις χρόνια μετά το θάνατό του συγγραφέα. Από τότε! Τάση που υποχωρούσε κατά καιρούς, ύστερα επανερχόταν, μετά υποχωρούσε πάλι, ξαναεπανερχόταν και ούτω καθεξής μέχρι σήμερα.
Ώσπου τη σεζόν 1975/1976 είδα τον «Γιάννη Γαβριήλ (τι μετάφραση τίτλου κι αυτή, αυτός ο «Γιάννης»…) Μπόρκμαν» του Μινωτή στο Εθνικό. Ακαδημαϊκή παράσταση αλλά… ογκόλιθος. Μου επέβαλε ν’ αναθεωρήσω τις απόψεις μου. Πήρα τα βιβλία του στα χέρια μου, τον διάβασα τον Ίψεν και κατάλαβα ότι είναι, πρώτον, σπουδαίος ποιητής και, δεύτερον, ο πιο καλός αρχιμάστορας Σόλνες του θεάτρου: που ήξερε να στήνει τα πιο γερά οικοδομήματα αλλά και που δε φοβόταν ούτε τα ύψη, όπως ο Σόλνες του, ούτε τα βάθη… -βουτηχτής στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Κι έκτοτε προσχώρησα στους «ΜένουμεΊψεν» -πώς λέμε «ΜένουμΕυρώπη»; Με την ακράδαντη πια πεποίθηση πως στα χέρια του σκηνοθέτη είναι να δεις τον Ίψεν «ξεπερασμένο» ή όχι.
Από κάποια, κατά καιρούς, τηλεφωνήματα του Γιάννη, για ορισμένες, περί παραστάσεων του Ίψεν, πληροφορίες έμαθα ότι ετοιμάζει τη διατριβή αυτή. Όταν ευοδώθηκε, μου χάρισε ένα αντίτυπο: δυο πολυγραφημένοι ογκώδεις τόμοι, όπου, συχνά, βουτούσα και μάθαινα ή ξαναθυμόμουνα. «Δε θα γίνει βιβλίο;» ρωτούσα. «Δύσκολο, πού να βρεθεί εκδότης ν’ αναλάβει…».
Ε, να, λοιπόν, που εκδότης βρέθηκε κι ανέλαβε και τώρα έχουμε στα χέρια μας το βιβλίο αυτό με το μαγκιόρικα κομψό εξώφυλλο του Σάκη Στριτσίδη και σ’ επιστημονική επιμέλεια Βάνιας Παπανικολάου, αφιερωμένο στον μέντορα του Γιάννη Μόσχου, τον σεβαστό μας Νικηφόρο Παπανδρέου. Βιβλίο που είναι, παρά τις χιλιάδες υποσημειώσεις του, ένα ταξίδι στην ελληνική «Χώρα Ίψεν» -για να κλείσω το μάτι και στον Καμπανέλλη. Απ’ το 1894 και τους «Βρυκόλακες», και την εισήγηση του Γρηγορίου Ξενοπούλου, και τον Όσβαλντ του Ευτύχιου Βονασέρα μέχρι το 2000: βεντέτες και ηθοποιοί, σκηνοθέτες και σκηνογράφοι, 
η ιστορική εναρκτήρια «Αγριόπαπια» του «Θεάτρου Τέχνης» του Κάρολου Κουν, αυτά που ’χω δει κι αυτά που δεν είδα, οι κριτικοί και οι διαπλοκές, οι καίριες γνώμες κι αυτές που ακυρώθηκαν -όλα- εδώ μέσα είναι. Και το ταξίδι αυτό είναι, ομολογώ, συναρπαστικό.
Επιπλέον, πάντως, μέσω των υποσημειώσεων, θυμήθηκα και μια απ’ τις πιο ωραίες αλλά ταυτόχρονα κι από τις χειρότερές μου στιγμές στα «Νέα». Όταν, το 1992, 50 ακριβώς χρόνια μετά την εναρκτήρια «Αγριόπαπια» του Κουν και του «Θεάτρου Τέχνης», σκέφτηκα να βρω όλους τους επιζώντες της παράστασης και να κάνω ένα θέμα επετειακό: να προσπαθήσω να την ανασυστήσω στο δημοσιογραφικό χαρτί. Η εφημερίδα συμφώνησε για ένα τρισέλιδο. Μίλησα με το σκηνογράφο/ενδυματολόγο Γιάννη Στεφανέλλη, τους ηθοποιούς της παράστασης Γιάννη Αλεξάκη, Νίκο Βασταρδή, Βασίλη Διαμαντόπουλο, Λυκούργο Καλλέργη, Καίτη Λαμπροπούλου, Μάριο Πλωρίτη -έπαιζε, τότε, ένα μικρό ρολάκι-, Σμάρω Στεφανίδου και Γιάννη Φύριο, την Ελένη Χατζηαργύρη, που δεν έπαιζε αλλά ήταν μαθήτρια, ακόμα, τότε, το ’42, της δραματικής σχολής του «Θεάτρου Τέχνης», και δυο θεατές της παράστασης εκείνης -τον κατοπινό κριτικό θεάτρου στα «Νέα» Αλκιβιάδη Μαργαρίτη και τον κατοπινό σκηνοθέτη Αλέξη Σολωμό. Κανείς τους δεν υπάρχει πια.
Απομαγνητοφωνούσα επί ώρες, σκοτώθηκα να γράφω επί μέρες, τους φωτογράφησα όλους στο θέατρο «Μουσούρη», που το ’42 λεγόταν «Αλίκης», πάνω στην ίδια με τότε σκηνή όπου δόθηκε η πρεμιέρα, ετοίμασα, με δέος και συγκίνηση, το τρισέλιδο για το -τότε- ένθετο «Τέχνες και Θεάματα» της Παρασκευής 2 Οκτωβρίου -η πρεμιέρα της «Αγριόπαπιας» είχε δοθεί στις 7 Οκτωβρίου του μαύρου 1942-, το τρισέλιδο τυπώθηκε και, δυο-τρεις μέρες πριν την έκδοση, στο δοκίμιο πάνω, ο τότε διευθυντής των «Νέων» Καραπαναγιώτης, που, όπως μου εξήγησαν, «δε συμπαθούσε το ‘Θέατρο Τέχνης’ και τον Λαζάνη» - που τότε το διηύθυνε-, ενώ αρχικά είχε συμφωνήσει, απαίτησε, απαξιωτικά -προφανώς καθ’ υπόδειξιν κάποιου συμβούλου του επί των θεατρικών, που, επίσης, προφανώς, δε συμπαθούσε το «Θέατρο Τέχνης» και τον Λαζάνη...-, οι τρεις σελίδες να γίνουν δυο. Και, βέβαια, οι τρεις σελίδες πετσοκόφτηκαν κι έγιναν δυο… Αυτά όμως συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες.
Και για να επανέλθω: Ξεφυλλίζοντας τη διατριβή και επανερχόμενος σ’ αυτή, ξανά και ξανά, και διαβάζοντας, τώρα, το βιβλίο κατέληξα για το θεατρολόγο Γιάννη Μόσχο, όπως, κάποτε, και για το σκηνοθέτη Μόσχο, ότι «ξέρει». Κι ότι είναι «ικανός για μια ακόμα καλύτερη συνέχεια».
Όπως έχω καταλήξει, στα χρόνια αυτά που μεσολάβησαν, κι ότι ο Γιάννης Μόσχος δεν άλλαξε: έχει παραμείνει το «καλό παιδί», ο καλός συνεργάτης που δεν έχω ακούσει ποτέ, από κανέναν κακό λόγο γι αυτόν και -για να χρησιμοποιήσω μια πολύ φθαρμένη και σχεδόν ακυρωμένη λέξη- έχει παραμείνει σεμνός, σχεδόν ντροπαλός. Υποπτεύομαι, μάλιστα, πως τώρα που τ’ ακούει αυτά ντρέπεται.
Αυτά και τω Θεώ του θεάτρου δόξα!

March 23, 2017

Διεθνές ντεμπούτο στην όπερα: ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί «Αΐντα» στην Όπερα «Λα Μονέ» των Βριξελών


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Εντυπωσιακό ντεμπούτο στη σκηνοθεσία όπερας κάνει, εκτός Ελλάδος, ο Στάθης Λιβαθινός, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού μας Θεάτρου,: ανεβάζει την «Αΐντα» του Τζουζέπε Βέρντι στο ιστορικό θέατρο «Λα Μονέ» των Βριξελών -στην Βασιλική Όπερα «Ντε Λα Μονέ», κατά την επίσημη ονομασία της.
Η «Αΐντα» του Στάθη Λιβαθινού θα κάνει πρεμιέρα στη βελγική κρατική Όπερα -απ’ τους κορυφαίους ευρωπαϊκούς οπερατικούς οργανισμούς- στις 16 Μαΐου και θα παιχτεί μέχρι τις 4 Ιουνίου. Η όπερα, που θα παρουσιαστεί, φυσικά, στα ιταλικά -με γαλλικούς κι ολανδικούς υπέρτιτλους- θα μεταδοθεί, επίσης, ζωντανά απ’ το τηλεοπτικό κανάλι Arte/Concert στις 28 Μαΐου.
Τη μουσική διεύθυνση θα ’χουν, εναλλάξ, ο γάλος, αρμενικής καταγωγής Αλέν Αλτινογκλού (φωτογραφία) κι ο επίσης γάλος Σαμουέλ Ζαν. Τον επώνυμο ρόλο θα ερμηνεύσουν -η διανομή είναι, βέβαια, διπλή για όλους τους ρόλους- η αφροαμερικανίδα σοπράνο  Αντίνα Άαρον κι η ιταλίδα Μόνικα Τζανετίν και τον Ρανταμές ο ιταλός τενόρος Αντρέ Καρέ κι ο κορεάτης Άλφρεντ Κιμ. Άμνερις θα ’ναι η γαλίδα μέτζο Νορά Γκουμπίς κι η Ουζμπέκα Ξένια Ντουντνίκοβα κι Αμονάσρο ο έλληνας βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός που κάνει διεθνή καριέρα κι ο ιταλός Τζοβάνι Μεόνι. Μεταξύ των συντελεστών, άλλος ένας δικός μας: ο Αλέκος Αναστασίου στη διεύθυνση φωτισμών.
Ας σημειωθεί πως ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός έχει ήδη συνεργαστεί με την Όπερα «Λα Μονέ»: τραγούδησε το 2011/2012 
Κόμη ντι Λούνα στον «Τροβατόρε» του Τζουζέπε Βέρντι, το 2013/2014 τον επώνυμο ρόλο στον «Ριγκολέτο», του Βέρντι επίσης, και μάλιστα εναλλάξ μ’ άλλον έναν Έλληνα, το βαρύτονο Δημήτρη Πλατανιά, και το 2014/2015 το ρόλο του Μαλατέστα στη μονόπρακτη όπερα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ «Φραντσέσκα ντα Ρίμινι» που παίχτηκε ενταγμένη στο τρίπτυχο «Ραχμάνινοφ Τρόικα» μαζί με τις άλλες δυο μονόπρακτες όπερες του συνθέτη «Αλέκο» κι «Ο φιλάργυρος ιππότης».
Υπογραμμίζω πως το προηγούμενο ανέβασμα της «Αΐντα» στο «Λα Μονέ», που χρονολογείται απ’ τη σεζόν 2001/2002, το

υπέγραφε σκηνοθετικά ο Ρόμπερτ Γουίλσον ενώ η μουσική διεύθυνση ήταν του Αντόνιο Παπάνο. Η παράσταση του Γουίλσον επαναλήφθηκε τη σεζόν 2003/2004 στο Λονδίνο, στην Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν, ως συμπαραγωγή με το «Λα Μονέ», το 2004/2005 και πάλι στις Βριξέλες και το 2005/2006 σε περιοδεία στο Μπάντεν Μπάντεν.
Πολλοί σίγουρα είναι οι Έλληνες που έχουν συνεργαστεί, εκτός απ’ τους προαναφερόμενους, με το Θέατρο «Λα Μονέ» στην πολύχρονη ιστορία του -ως θεσμός υφίσταται απ το 1700, ως το σημερινό θέατρο απ το 1856. Δεν έχω τη δυνατότητα να τους εντοπίσω όλους. Να επισημάνω, πάντως, την έντονη παρουσία  του Μάνου Χατζιδάκι στη βελγική Όπερα: τη σεζόν 1964/1965 -μ’ επανάληψη την επόμενη- ο Μορίς Μπεζάρ, καλλιτεχνικός διευθυντής τότε του «Μπαλέτου του 20ου Αιώνα» που έδρα του είχε το «Λα Μονέ», χορογράφησε την εκδοχή της εμβληματικής μουσικής του για τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη -τους οποίους ο Κάρολος Κουν είχε ανεβάσει με το «Θέατρο Τέχνης» σε μια ιστορική για το ελληνικό θέατρο παράσταση- ως όπερα-μπαλέτο που ο Μάνος Χατζιδάκις και διηύθυνε, όπως και τη

σεζόν 1972/1973 διηύθυνε εκεί την «Τραβιάτα» του Βέρντι, σε σκηνοθεσία Μορίς Μπεζάρ, επίσης, και με τη σοπράνο Βάσω Παπαντωνίου -η οποία είχε ήδη τραγουδήσει εκεί Μιμή στην «Μποέμ» του Πουτσίνι ενώ, αργότερα, τραγούδησε και Μαργαρίτα στον «Φάουστ» του Γκουνό- στο ρόλο της Βιολέτα. Ο Μάνος Χατζιδάκις, τις σεζόν 1973/1974 και 1980/1981, συνόδευσε, ακόμη, στο πιάνο το βαρύτονο Σπύρο Σακκά που έδωσε στο «Λα Μονέ» ρεσιτάλ με τραγούδια Χατζιδάκι.
Ο Στάθης Λιβαθινός θα βρίσκεται στις Βριξέλες στις 30 Μαρτίου, οπότε κι αρχίζουν οι δοκιμές της «Αΐντα».
Πιο πρόσφατη σκηνοθεσία του ήταν η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή που ανέβασε, το περσινό καλοκαίρι, στην Επίδαυρο, με το Εθνικό Θέατρο στο οποίο εκφράζει την επιθυμία να μη σκηνοθετήσει σύντομα προτιμώντας να δίνει ευκαιρίες σε συνεργάτες του.

March 22, 2017

Δημοσθένης Παπαδόπουλος σκηνοθετεί «Μητέρες και γιοι» του Τέρενς ΜακΝάλι για την Κατερίνα Μαραγκού


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση  

Το πιο πρόσφατο (2013) έργο του διακεκριμένου αμερικανού συγγραφέα Τέρενς ΜακΝάλι «Μητέρες και γιοι»
(«Mothers and sons») -ένα έργο εξαιρετικά συγκινητικό, σύμφωνα μ όλες στις πληροφορίες-  θα παρουσιάσει
η Κατερίνα Μαραγκού που επανέρχεται, μετά από ένα χρόνο απουσίας, στη σκηνή του θεάτρου «Άλμα» το οποίο έχουν δημιουργήσει μαζί με τον Βίλη Ανδρέου. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε -χτες κλείστηκε η συμφωνία- ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ενώ τη μετάφραση ολοκληρώνει ο Αντώνης Γαλέος.
Στο «Μητέρες και γιοι» η Κάθριν Τζέραρντ -που ο γιος της Αντρέ πέθανε 20 χρόνια πριν, από AIDS- επισκέπτεται το σύντροφό του, τον Καλ Πόρτερ, που έχει πια παντρευτεί μ’ έναν άλλο άντρα, τον Γουίλ Όγκντεν κι έχουν μάλιστα υιοθετήσει ένα αγοράκι, τον Μπαντ, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης, μια και πολλά τους χώριζαν κάποτε. Συμφιλίωσης η οποία επέστη ο χρόνος να πραγματοποιηθεί.
Το έργο είναι συνέχεια της τηλεταινίας του 1990 «Η μητέρα του Αντρέ» που έγραψε ο πολυγραφότατος ΜακΝάλι -και σκηνοθέτησε η Ντέμπορα Ράινις- κι η οποία διαδραματίζεται στο Μανχάταν, κατά τη διάρκεια του μνημόσυνου του Αντρέ που έχει ενταφιαστεί πριν από μερικές βδομάδες στο Ντάλας. Η Κάθριν δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το θάνατό του ούτε να μοιραστεί τη θλίψη της με το σύντροφο του Αντρέ, τον Καλ. Κι η οργή της στρέφεται όχι μόνον εναντίον του αλλά τόσο εναντίον και της μητέρας της, που ήταν λιγότερο επικριτική για τη ζωή του εγγονού της, όσο κι εναντίον του ίδιου, του νεκρού πια, Αντρέ.
Το σενάριο του ΜακΝάλι για την «Μητέρα του Αντρέ» με τη σειρά του δεν ήταν παρά η ανάπτυξη της οκτάλεπτης ομότιτλης σκηνής την οποία είχε γράψει για το συλλογικό σπονδυλωτό θέαμα «Αστική στάχτη» που παίχτηκε το 1988 στην Νέα Ιόρκη.
Το «Μητέρες και γιοι» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στη μικρή πόλη Νιου Χόουπ της Πενσιλβάνια τον Ιούνιο του 2013. Τον Φεβρουάριο του 2014 η παράσταση μεταφέρθηκε στην Νέα Ιόρκη -στο Μπρόντγουέι. Το έργο έκτοτε ανέβηκε και σ άλλες αμερικανικές Πολιτείες αλλά και στην Αργεντινή και στην Αυστραλία.
Αρκετά έργα του 79χρονου σήμερα, ελληνολάτρη και φίλου της Μελίνας Μερκούρη, Τέρενς ΜακΝάλι έχουν ανεβεί στην ελληνική σκηνή. Με πρώτο, τη σεζόν 1992/1993, το «Sweet Eros» που ανέβασε ο Πέρης Μιχαηλίδης σε μετάφραση Χριστίνας Μπάμπου-Παγκουρέλη, στον «Φούρνο», με τον Φίλιππο Σοφιανό και την Μισέλ Βάλει. Στο τέλος της σεζόν 2011/2012 ανέβηκε το έργο του «Corpus Christi» σε σκηνοθεσία Λαέρτη Βασιλείου και σε απόδοση Βάσιας Παναγοπούλου και δική του, στο «Χυτήριο». Το ανέβασμά του συνοδεύτηκε από καταδίκες εκ μέρους της επίσημης Εκκλησίας και διαμαρτυρίες που, όταν η παράσταση επαναλήφθηκε στην αρχή της επόμενης σεζόν 2012/2013, οξύνθηκαν και εξελίχθηκαν σε θλιβερά επεισόδια στα οποία αναμείχθηκαν μέλη παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και οπαδοί της «Χρυσής Αυγής», με αποτέλεσμα η παράσταση να κατεβεί άναυλα… Το πιο πρόσφατο ανέβασμα ΜακΝάλι στην Ελλάδα ήταν το έργο του «Φράνκι και Τζόνι» που παρουσιάστηκε στο τέλος της περασμένης σεζόν 2015/2016 σε σκηνοθεσία Τάσου Αλατζά και μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ στο θέατρο «Αθηνά».
Η Κατερίνα Μαραγκού έχει να εμφανιστεί στη σκηνή από πέρσι -σεζόν 2015/2016-, όταν παρουσίασε στο «Άλμα», σε σκηνοθεσία Αναστασίας Ρεβή, το έργο του Τένεσι Γουίλιαμς «Γλυκό πουλί της νιότης» ερμηνεύοντας -εξαιρετικά- την Αλεξάντρα ντελ Λάγκο.
Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος, που πρόσφατα επέστρεψε απ’ την Γερμανία όπου έζησε κι εργάστηκε ως ηθοποιός τα τελευταία χρόνια, υπέγραψε φέτος δυο σκηνοθεσίες: το «Πάρτι γενεθλίων» του Χάρολντ Πίντερ για τον Άκι Βλουτή και την Μίνα Αδαμάκη, μεταξύ άλλων, στο θέατρο «Από Μηχανής» και, για την Θάλεια Ματίκα και τον Ιάσονα Παπαματθαίου, το βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Χένρι Τζέιμς έργο του Τζέφρι Χάτσερ «Το στρίψιμο της βίδας» που παίζεται ακόμα στο «Άνεσις».
Η επιλογή των υπόλοιπων συντελεστών κι η ολοκλήρωση της διανομής για την παράσταση του «Μητέρες και γιοι» βρίσκονται σ’ εξέλιξη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα κοστούμια θα υπογράφει η Λουκία.
Το έργο, θα παρουσιάζεται τα Δευτερότριτα. Η παράσταση που θα καλύψει τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας στο «Άλμα» θα ’ναι παραγωγή των «Θεατρικών Σκηνών» που, με διευθύνοντα σύμβουλο του Πάνο Κατσαρίδη, έχουν αναλάβει την εκμετάλλευση του θεάτρου.

March 20, 2017

Μιχαλακόπουλος… προσπερνά Κουρεντζή


Δεν πέρασαν οκτώ μέρες (12 Μαρτίου) που σας έγραφα πως η ανάρτησή μου με τον τίτλο «Θεόδωρος Κουρεντζής: Ο μαέστρος από τον Βύρωνα που εκτοξεύτηκε στην Ευρώπη» (7 Μαρτίου 2017), «έγινε από σήμερα η ανάρτηση με τις περισσότερες επισκέψεις (15.750 μέχρι στιγμής) στο ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com από… κτήσεώς του». Κι ενώ ήδη έχει φτάσει τις 16.482, με έκπληξη και χαρά διαπιστώνω η νέα ανάρτηση «Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος επιστρέφει με Άρθουρ Μίλερ, μαζί με Σκιαδαρέση, Λουιζίδου, Σαπουντζή, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου» (17 Μαρτίου 2017) όχι μόνο να την ξεπερνάει αλλά και να φτάνει (πάντα μέχρι στιγμής) τις 24.882 επισκέψεις!
Σας ευχαριστώ θερμά για το ενδιαφέρον.

March 17, 2017

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος επιστρέφει με Άρθουρ Μίλερ, μαζί με Σκιαδαρέση, Λουιζίδου, Σαπουντζή, σε σκηνοθεσία Ιωάννας Μιχαλακοπούλου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, μετά από δυο χρόνια απουσίας, επιστρέφει στη σκηνή για να ερμηνεύσει τον Γκρέγκορι Σόλομον -όχι ο πρωταγωνιστικός αλλά ιδιαίτερα αβανταδόρικος ρόλος- στο «Τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ, που θ’ ανεβάσει η Ιωάννα Μιχαλακοπούλου τον προσεχή Οκτώβριο στο θέατρο «Ιλίσια». Μαζί του, ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης ως Βίκτορ Φραντς, η Ρένια Λουιζίδου ως Έστερ Φραντς κι ο Χρήστος Σαπουντζής ως Γουόλτερ Φραντς.

Μετά την Μεγάλη Ύφεση, ο Βίκτορ Φραντς εγκατέλειψε το κολέγιο για να στηρίξει οικονομικά τον πατέρα του. Ύστερα από τριάντα χρόνια, λοχίας της αστυνομίας πια, κοντά στα 50 του και κοντά στη σύνταξη, γυρίζει, μαζί με τη γυναίκα του Έστερ, στο πατρικό του -οι γονείς του έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια- το οποίο κατεδαφίζεται, για να πουλήσουν τα έπιπλα που είναι συγκεντρωμένα στη σοφίτα. Εκεί θα συναντηθεί με τον αδελφό του Βίκτορ, επιτυχημένο γιατρό, με τον οποίο έχουν χρόνια να μιλήσουν, και με τον Γκρέγκορι Σόλομον, έναν πανούργο ροσοεβρέο παλαιοπώλη που παζαρεύει τα έπιπλα.
Αυτή είναι μια σύνοψη της πλοκής στο «Τίμημα» που έκανε πρεμιέρα στην Νέα Ιόρκη -στο Μπρόντγουέι- το 1968, σε σκηνοθεσία του Ούλου Γκρόζμπαρντ- και που στην Ελλάδα παρουσιάστηκε, για πρώτη φορά, 24 χρόνια μετά -μόλις τη σεζόν 1992/1993, μ επανάληψη τον επόμενο χειμώνα 1993/1994-, από και στο «Θέατρο Εξαρχείων». Η σκηνοθεσία -μια αξιομνημόνευτη παράσταση- ήταν του Τάκη Βουτέρη που και πρωταγωνιστούσε μαζί με την Αννίτα Δεκαβάλλα, τον Γιάννη Κρανά και τον Μπάμπη Γιωτόπουλο ο οποίος διέπρεψε ως Γκρέγκορι Σόλομον.
Έκτοτε το έργο ανέβηκε μόνο μια φορά ακόμη: τη σεζόν 2013/2014, απ’ το ΚΘΒΕ, στο «Νέο Υπερώο» του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, για να επαναληφθεί την επόμενη -2014/2015- στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη». Η σκηνοθεσία ήταν της Άσπας Καλλιάνη και στη διανομή, Σταύρος Ζαλμάς, Στέλλα Καζάζη, Αλέξανδρος Μούκανος και Χρήστος Σιμαρδάνης στο ρόλο του Γκρέγκορι Σόλομον.
Τον Άρθουρ Μίλερ στην Ελλάδα πρωτοπαρουσίασε -βέβαια…- ο Κάρολος Κουν με το έργο του «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» που ανέβασε τη σεζόν 1947/1948, με το «Θέατρο Τέχνης», στο τότε θέατρο «Αλίκης» -νυν «Μουσούρη». 
Κατά σύμπτωση, το έργο αυτό είναι και το πιο πρόσφατο του Άρθουρ Μίλερ που ανέβηκε στην ελληνική σκηνή: τη φετινή χειμερινή σεζόν -και παίζεται ακόμη- στο θέατρο «Εμπορικόν», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου, με τον Δημήτρη Καταλειφό και την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, μεταξύ άλλων -μια εξαιρετική παράσταση.
Είναι ο τρίτος ρόλος σ’ έργο του Άρθουρ Μίλερ που θα παίξει ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος στην 58χρονη καριέρα του -πρωτοεμφανίστηκε το 1959, πρωτοετής σπουδαστής της δραματικής σχολής του «Θεάτρου Τέχνης», στους πρώτους, επεισοδιακούς αριστοφανικούς «Όρνιθες» του Κάρολου Κουν, στο Ηρώδειο: προηγήθηκαν το χειμώνα 1985/1986 ο Αλφιέρι/Αφηγητής στο «Ψηλά από τη γέφυρα» που παρουσίασε ο Νίκος Κούρκουλος στο θέατρό του «Κάππα», σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, και τη σεζόν 2002/2003, στο θέατρο 
«Βασιλάκου, με το θίασο «Διαδρομή», ο Γουίλι Λόμαν στον «Θάνατο του εμποράκου» όπου τη σκηνοθεσία υπέγραφε η κόρη του Ιωάννα Μιχαλακοπούλου.
Η οποία, έκτοτε, υπέγραψε δυο ακόμα σκηνοθεσίες με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο: τον «Χορό του θανάτου» του Όγκουστ Στρίντμπεργκ και τη «Φθινοπωρινή ιστορία» του Αλεξέι Αρμπούζοφ, και τα δυο στο θέατρο «Άλμα» της Κατερίνας Μαραγκού, με συμπρωταγωνίστρια την ίδια.
Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος είχε να παίξει στο θέατρο απ’ τη σεζόν 2014/2015, όταν ερμήνευσε τον σερ Τόμας Μορ στο έργο του Ρόμπερτ Μπολτ «Ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές» που ανέβασε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο Εθνικό Θέατρο. Στο Εθνικό και με τον ίδιο σκηνοθέτη επρόκειτο, την αμέσως επόμενη σεζόν 2015/2016, να επωμιστεί τον επώνυμο ρόλο στον «Γαλιλαίο» του Μπρεχτ αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και τον αντικατέστησε ο Χρήστος Στέργιογλου.
Οι συζητήσεις για τους άλλους συντελεστές στο «Τίμημα» δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα.

March 14, 2017

Tip: «Aurora»


Μία «σπασμένη» πλαγγόνα. Πανέμορφη. Η καλλονή και εξαίρετη ηθοποιός Ηλέκτρα Νικολούζου. Κάτασπρο -μάσκα- πρόσωπο. Ντυμένη (Ianis Chamalidy) με ένα κατακόκκινο, υπέροχο φόρεμα. Ριγμένη σε έναν ου τόπο. Μία πλαγγόνα που σιγά-σιγά έρχεται στο φως και «συναρμολογείται». Και μέσα στην ακινησία ή την αργή, ράθυμη χορογραφημένη (κινησιολογική επιμέλεια Ευαγγελία Ράντου) κίνησή της, στον σκηνικό χώρο που έχει σχεδιάσει η Έφη Μπίρμπα για τον «Ριχάρδο Β΄», τη μόνιμη παράσταση του θεάτρου
«Ροές» όπου και το θέαμα αυτό φιλοξενείται, ερμηνεύει ένα μονόλογο. Χωρίς να λέει ούτε μία κουβέντα επί σκηνής -voice-over. Μία σύνθεση κειμένων -πεζά και ποίηση. Από Λουκρήτιο και Άγιο Αυγουστίνο και Κόλεριτζ μέχρι Αρτό και Σεν-Τζον Περς και Πεσόα ή και του ίδιου του Βλαδίμηρου Νικολούζου, του σκηνοθέτη της παράστασης. Κάτι το μυστηριακό, το μεταφυσικό, το εξωπραγματικό, το τελετουργικό… -κάτι από «Ιεροτελεστία της άνοιξης». Θα βρεθεί ανάμεσα σε μία λόχμη από ξερόχορτα, ένα μπουκέτο από αυτά στα χέρια της, ένα διαρκές, απολύτως υποβλητικό μουσικό υπόστρωμα -ένα μουσικό/ηχητικό τοπίο (cadet sOn-ampulist/Βαγγελίνο Κουρεντζής) κοσμογονικό-, η ραθυμία γίνεται σπαραγμός, το σώμα της αναδεύει, πάλλεται, σπαράσσεται, το στήθος της γυμνώνεται, η λευκή μάσκα του προσώπου αλείφεται με αίματα, για να οδεύσει, συντετριμμένη από τον αγώνα και την αγωνία της ζωής, προς το αμφίβολο φως μιας λύτρωσης, μιας αυγής -μιας aurora…


Και ο Σάκης Μπιρμπίλης (σχεδιασμός φωτισμών), για άλλη μια φορά, να παραδίδεται, να βυθίζεται στην έμπνευση με τρόπο συγκλονιστικό, να αναδεικνύεται σε συνδημιουργό -αυτά τα πορτατίφ γραφείου, τι έξοχο εύρημα! Η παράσταση μου άφησε μία αίσθηση όμοια μ’ αυτή που είχα στις πρώτες συναντήσεις μου με τις δουλειές της «Ομάδας Εδάφους» και του Δημήτρη Παπαϊωάννου: συναρπαστική. Την ποιότητα της υποκριτικής της Ηλέκτρας Νικολούζου τη γνώριζα. Αν υπολογίσω, όμως, πως είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Βλαδίμηρου Νικολούζου -αδέλφια είναι- θα μιλούσα για αποκάλυψη: 45 καθηλωτικά λεπτά. Θα σας συνιστούσα να δείτε την παράσταση αυτή απόψε. Είναι η τελευταία της -προγραμματισμένη- βραδιά. Ελπίζω, βέβαια -είμαι σίγουρος, δηλαδή- ότι δεν θα είναι και η ύστατη.

March 12, 2017

Κουρεντζής, Μπεμπεδέλη και… «Στοά» über alles



Επειδή μου αρέσουν και επειδή το facebook τα δίνει, και ολίγα στατιστικά στοιχεία. Θέλω, με χαρά και καμάρι, να σας ενημερώσω πως η ανάρτησή μου με τον τίτλο «Θεόδωρος Κουρεντζής: Ο μαέστρος από τον Βύρωνα που εκτοξεύτηκε στην Ευρώπη» (7 Μαρτίου 2017), «αναδημοσίευση» απ’ το περιοδικό του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Πρώτο πλάνο» κειμένου μου για τον σπουδαίο μαέστρο, έγινε από σήμερα η ανάρτηση με τις περισσότερες επισκέψεις (15.750 μέχρι στιγμής) στο ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com από… κτήσεώς του.


Δεύτερη στη σειρά (15.687 επισκέψεις), η ανάρτηση με τον τίτλο «Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη μετά από δέκα χρόνια και πάλι στην Αθήνα ως Φιλιώ Χαϊδεμένου» (3 Ιουλίου 2016), είδηση για την παράσταση «Φιλιώ Χαϊδεμένου» που επρόκειτο να ανεβεί στο «Βεάκη» με πρωταγωνίστρια την κορυφαία ηθοποιό και τρίτη (14.883 επισκέψεις), η ανάρτηση «Μικρή ιστορία βραδιάς Παρασκευής ή Πώς να γίνεστε ανεπιθύμητος» (21 Φεβρουαρίου 2016), μελαγχολικό άμα τε κωμικό χρονικό πώς μου απαγόρευσαν την είσοδο στο θέατρο «Στοά» του Θανάση Παπαγεωργίου δια στόματος της ηθοποιού Εύας Καμινάρη.
Τελικά, τίποτα δεν είναι τυχαίο…