May 24, 2017

Tip: «Θα σε πάρει ο δρόμος»


                        Χάντρες περασμένες με συγκίνηση 

Διαμαντάκια, τα σύντομα διηγήματα -οι σύντομες ιστορίες θα ήταν σωστό- του Σάκη Σερέφα στο βιβλίο του «Θα σε πάρει ο δρόμος» (2009): τείνει ευήκοον ους ο συγγραφέας στα μικρά που συμβαίνουν γύρω του -γύρω μας. Και τα κτίζει με ευαισθησία, με αποχρώσεις λεπτές, με χιούμορ, κάποτε με σκληρότητα, κάποτε μέσα από το πρίσμα του μαγικού ρεαλισμού -πάντα ποιητικά. Η Στέλλα Σερέφογλου διάλεξε δέκα από τα διηγήματα αυτά και τα έκανε θέατρο. Τα πέρασε δεξιοτεχνικά, το ένα μέσα στο άλλο, σαν χαντρούλες, ένοιωσε τις ανάσες τους, έψαυσε τα συγκίνησή τους, οδήγησε τους δύο ηθοποιούς της να γευτούν το λόγο
και να τον στερεώσουν, να βρουν τους ρυθμούς του, να διαφοροποιηθούν από «ρόλο» σε «ρόλο», να κατεβάσουν και στο κοινό τη συγκίνησή αυτή. Η έξοχη Λένα Γιάκα και ο Γιάννης Δρακόπουλος που, κυρίως, πέρασε αυτό το ιδιαίτερο, υπαινικτικό, παιχνιδιάρικο χιούμορ του Σερέφα αποδεικνύονται άριστοι δέκτες και, με τη σειρά τους, πομποί. Μία παράσταση που δεν χρειαζόταν τα συμβατικά σκηνικά αντικείμενα. Οι πλαστικές σακούλες που τις φουσκώνουν με την ανάσα τους, στο τέλος, οι δύο ηθοποιοί και τις άφηναν να φεύγουν μπροστά από τον ανεμιστήρα ήταν αρκετές: να βγάλουν όλη την ποίηση των κειμένων αυτών.

Καθηλώθηκα. Αν δείτε (δείτε την!) την παράσταση, που παίζεται στο «104», θα με καταλάβετε.

May 23, 2017

Tip: «Serengeti»


Στα άκρα… 



Γνωρίζονται σε chat room. Εκείνη είναι η «Άντζι», εκείνος ο «Ντάνι». Αποφασίσουν να συναντηθούν. Εκείνος είναι-δεν είναι δεκαοκτώ. Εκείνη έχει βάλει ψεύτικη, νεανική φωτογραφία. Αλλά είναι πολύ μεγαλύτερη του -μάνα του. Εκείνος θέλει να φύγει. Εκείνη τον κρατάει. Μιλούν. Της εκμυστηρεύεται ότι το όνειρό του είναι να ταξιδέψει. Με πρώτη προτεραιότητά του το Πάρκο Αγρίων Ζώων Serengeti, στην Τανζανία -το κόλλημά του. Δεν έχει όμως λεφτά. Ούτε, καθώς φαίνεται, πρόκειται να αποκτήσει. Εκείνη έχει. Του προσφέρει όσα χρειάζονται για το ταξίδι αυτό. Αλλά όχι χωρίς ανταλλάγματα: να της κάνει ό,τι, μα ό,τι του ζητήσει, χωρίς όρια. Το παιδί δέχεται -αρκεί να μην πρόκειται για παρανομίες. Μία νοσηρή σχέση αφέντρας-δούλου ξεκινάει. Μία σχέση σαδομαζοχιστική. Το παιδί εγκλωβίζεται. Δέχεται τα πάντα. 
Κάποια στιγμή, όμως, θα εκραγεί. Αλλά το τέλος θα μείνει ανοιχτό -κάθαρση δεν υπάρχει. Η σχέση αυτή, η αλλόκοτη, δεν θα τελειώσει. Ο μεξικανός Ραμίρο Τόρες ντε Μιγκέλ έχει γράψει ένα ενδιαφέρον, ακραίο αλλά μετρημένα ακραίο, μεγάλο μονόπρακτο, το «Serengeti». Το οποίο, στο «104» όπου το είδα, έχει εξαιρετική τύχη. Ο συμπατριώτης του Λουίς Γκόμεσμπεκ που ζει στην Ελλάδα το έχει ανεβάσει με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες, με ανάσες που άλλοτε επιταχύνονται και άλλοτε κόβονται δημιουργώντας θαυμαστούς ρυθμούς, με παύσεις και σιωπές σημαίνουσες. Και φαίνεται να δούλεψε εξαντλητικά με τους δύο ηθοποιούς του. Που, επιπλέον, είναι ηθοποιοί επιπέδου. Η Δέσποινα Σαραφείδου, ηθοποιός με σιγουριά σκηνική αξιομνημόνευτη, που ξέρει να δαμάζει το σανίδι, ενσαρκώνει με κύρος, με απόλυτο έλεγχο, με μέτρο και με βλέμματα που καρφώνουν, συναρπαστικά αυτή τη γυναίκα-τέρας αφήνοντας, πάντως, ρωγμές που δίνουν και διαφορετικές αποχρώσεις στο ρόλο. 

Και ο Χάρης Χιώτης, ιδανική επιλογή για το ρόλο του «Ντάνι», απόλυτα πειστικός στις σιωπές αμηχανίας του, στους δισταγμούς και στους φόβους του, εξαιρετικά δεμένος μαζί της, τη συντροφεύει με τον καλύτερο τρόπο. Ιδέα που έχει υπέροχα καρποφορήσει, οι μουσικές του Γκαμπριέλ Φορέ, υπαινικτικές αλλά και επιβλητικές, τις οποίες ερμηνεύει με ευαισθησία, ζωντανά στο πιάνο η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου. Θα σας συνιστούσα να δείτε τη «μικρή» αυτή παράσταση. Θα γευτείτε καλό θέατρο.

May 20, 2017

«Καινούργια σελίδα» για τον Γιάννη Μόσχο στο «Μικρό Γκλόρια»


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Τη δραματική κομεντί «Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον θ’ ανεβάσει το χειμώνα ο Γιάννης Μόσχος (φωτογραφία: Θεόφιλος Τσιμάς) στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια».
Στο έργο, ο συγγραφέας Τζορτζ Σνάιντερ που πρόσφατα έχει χάσει τη γυναίκα του συναντάει σε τυφλό ραντεβού, μετά από πίεση του αδελφού και πράκτορά του Λίο -ο οποίος προσπαθεί να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πένθος του με τον τρόπο αυτό αλλά με… καταστροφικά, μέχρι τότε, αποτελέσματα- την Τζένι Μαλόν, μια ηθοποιό σαπουνόπερας -που ο Λίο την έχει γνωρίσει μέσω της Φέι, παντρεμένης φίλης του με την οποία έχουν κρυφή ερωτική σχέση-, πρόσφατα χωρισμένη από έναν επαγγελματία ποδοσφαιριστή μετά από ένα γάμο έξι χρόνων. Η συνάντησή τους, παρά την ανασφάλεια και των δυο τους αν μπορούν να ξεκινήσουν κάτι καινούργιο στη ζωή τους, θα καταλήξει, χωρίς πολλή σκέψη, σε γάμο.
Αλλά, μετά το γαμήλιο ταξίδι τους, ο Τζορτζ ανακαλύπτει ότι δεν είναι εύκολο να ξεπεράσει το πένθος του κι οι αναμνήσεις απ’ την πρώτη γυναίκα του, την Μπάρμπαρα, επανέρχονται βασανιστικά. Η Τζένι αφήνει το σπίτι τους κι όλα δείχνουν ότι ο γάμος θα λήξει τόσο σύντομα όσο και αποφασίστηκε αλλά, τελικά, ο Τζορτζ συνειδητοποιεί πόσο την αγαπάει και ξανασμίγουν οριστικά.
Η «Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον έκανε την πρεμιέρα της, σε σκηνοθεσία του Χέρμπερτ Ρος, στο Λος Άντζελες το 1977. Η παράσταση μεταφέρθηκε στο τέλος της ίδιας χρονιάς, στην Νέα Ιόρκη, στο Μπρόντγουέι, όπου παίχτηκε μέχρι το 1979.
Ισορροπώντας ανάμεσα στην κωμωδία, την οποία περισσότερο στηρίζει στο έργο το ζευγάρι Λίο και Φέι, και στις λεπτές δραματικές αποχρώσεις, ο -ενενηντάχρονος σήμερα, πενηντάχρονος τότε- Σάιμον έχει γράψει ένα ημι-αυτοβιογραφικό έργο το οποίο έχει, κατά κάποιο τρόπο, αφιερώσει στη δεύτερη σύζυγό του, την ηθοποιό Μάρσα Μέισον, αναγνωρίζοντας και εκτιμώντας την ανοχή της στη, μετά το γάμο τους, μακρά περίοδο του πένθους του και της θλίψης του για την πρώτη του γυναίκα, τη χορεύτρια Τζόουν Μπέιμ η οποία πέθανε από καρκίνο το 1973, την ίδια χρονιά -ακριβώς όπως και στο έργο- κατά την οποία βιαστικά παντρεύτηκε την Μέισον. Η Μάρσα Μέισον έπαιξε, μάλιστα, την
Τζένι όταν το έργο μεταφέρθηκε, το 1979, απ’ τον Ρόμπερτ Μουρ, στον κινηματογράφο -ρόλο για τον οποίο ήταν, μάλιστα, υποψήφια για Όσκαρ Πρώτου Γυναικείου Ρόλου-, με συμπρωταγωνιστές τον Τζέιμς Κάαν, τον Τζόζεφ Μπολόνια και την Βάλερι Χάρπερ. Άσχετο αν ο γάμος τους, τελικά, δεν κράτησε πάνω από δέκα χρόνια κι, αφού χώρισαν, ο Νιλ Σάιμον έκανε άλλους τρεις, με ηθοποιούς επίσης -τους δυο με την ίδια γυναίκα…
Η «Καινούργια σελίδα» θ’ ανεβεί με πρωταγωνιστές τον Ταξιάρχη Χάνο -ο οποίος πρωταγωνιστεί, μαζί με την Μαρία Τσιμά, 
και στο έργο της Λοτ Φέικεμανς «Δηλητήριο» που ο Γιάννης Μόσχος έχει σκηνοθετήσει για το ΚΘΒΕ και το οποίο παίζεται ακόμα στο Φουαγιέ του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών-, τον Άγγελο Μπούρα -ο οποίος έχει αναλάβει και την καλλιτεχνική διεύθυνση του «Μικρού Γκλόρια», όπως έγραψε ο Βασίλης Μπουζιώτης στο enikos.gr- 
και την Άντρη Θεοδότου -πολύ καλή διανομή- ενώ ακόμα αναζητείται η ηθοποιός που θα παίξει την Τζένι Μαλόν. Συζητήσεις, επίσης, γίνονται ακόμα και για τους λοιπούς συντελεστές.
Το έργο του Σάιμον πρωτοπαρουσίασαν στην Ελλάδα, τη σεζόν 1980/1981, στο -τότε- θέατρο «Αθήναιον» -τώρα «Τζένη Καρέζη»-, κρατώντας τους δυο βασικούς, απ’ τους τέσσερις πρωταγωνιστικούς ρόλους, 


ο Αλέκος Αλεξανδράκης κι η Νόνικα Γαληνέα, με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και την Άννα Φόνσου μαζί τους. Τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο Ανδρέας Βουτσινάς.
Έκτοτε ανέβηκε άλλες τέσσερις φορές:
Τη σεζόν 1986/1987 -σκηνοθέτης ο Γιάννης Διαμαντόπουλος- παρουσιάστηκε σε περιοδεία απ’ το θίασο του Γιάννη Βόγλη, με τον ίδιο, την Τζένη Ζαχαροπούλου, τον Χρήστο Μπίρο και την Καίτη Παπανίκα.
Τη σεζόν 1988/1989 το ανέβασε στο θέατρο «Πόρτα» ο Μίνως Βολανάκης, με Γιάννη Φέρτη, Ζωή Λάσκαρη, Γιάννη Μπέζο και Σμαράγδα Σμυρναίου.
Ο Γιάννης Διαμαντόπουλος σκηνοθέτησε το έργο και τη σεζόν 1996/1997, στο θέατρο «Μελίνα» -πρώην «Όρβο»- του κτιρίου του Μετοχικού Ταμείου του Στρατού, νυν φουαγιέ του πρώτου ορόφου του «Παλλάς», για την Έλενα Ακρίτα που συμπρωταγωνιστούσε μαζί με τον Γιώργο Κυρίτση, τον Παύλο Χαϊκάλη και την Τζόυς Ευείδη. Η παράσταση αυτή μαγνητοσκοπήθηκε και μεταδόθηκε απ’ το κανάλι «Star».
Τέλος, η Κάτια Δανδουλάκη, παρουσίασε το έργο του Σάιμον με τον τίτλο «Όλα από την αρχή», τη σεζόν 2002/2003, στο θέατρό της «Κάτια Δανδουλάκη», σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, με τον Σταύρο Ζαλμά, την ίδια, τον Γιώργο Λέφα και την Μαρίνα Ψάλτη.

May 18, 2017

Ο Βασίλης Νικολαΐδης αλλάζει το φύλο στην «Ανθρώπινη φωνή» αποκαθιστώντας το έργο του Κοκτό


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Τον «γυναικείο» μονόλογο του Ζαν Κοκτό «Η ανθρώπινη φωνή» θ’ ανεβάσει στο θέατρο «Αλκμήνη», μέσα Οκτωβρίου, ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαΐδης «αποκαθιστώντας» το φύλο της Φωνής καθώς δίνει τον κύριο ρόλο σε άντρα αντί γυναίκας αλλά
και συνδυάζοντάς τον με την ιστορία του Αντόνιο και του Μπασάνιο απ’ τον «Έμπορο της Βενετίας» του Σέξπιρ, σε μια διασκευή που χει τον προσωρινό τίτλο «Μια φωνή κι ένα ψέμα. Ο Κοκτώ φλερτάρει με τον Σαίξπηρ» και την οποία, όπως και τα πρωτότυπα κείμενα και τη μετάφραση, υπογράφει ο Γιώργος Ξενίας.
Στο έργο του Κοκτό -που, γραμμένο μεταξύ 1927 και 1928, πρωτοπαίχτηκε το 1930 στο Παρίσι, στην «Κομεντί-Φρανσέζ», το 1930, με τη σπουδαία βελγίδα ηθοποιό Μπερτ Μποβί (σύζυγο -ο τρίτος γάμος της- του γάλου σταρ του κινηματογράφου Πιερ Φρενέ), σε σκηνοθεσία του ίδιου του Κοκτό 
και πρωτοεκδόθηκε την ίδια χρονιά- μια νέα ακόμα γυναίκα -χωρίς όνομα, Αυτή την έχει ονοματίσει ο Κοκτό- αποχαιρετά τον επί πέντε χρόνια εραστή της -επίσης χωρίς όνομα- που την επομένη πρόκειται να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα και με τον οποίο, προφανώς, είναι, ακόμα, τρελά ερωτευμένη: ένα τελευταίο, απεγνωσμένο τηλεφώνημα, με αλλεπάλληλες διακοπές της σύνδεσης, με διαρκή σκαμπανεβάσματα, με τη γυναίκα άλλοτε να υποκρίνεται την ψύχραιμη κι άλλοτε να χάνει τον έλεγχο και να σπαράζει βιώνοντας την εγκατάλειψη.

«Η ανθρώπινη φωνή» μεταφέρθηκε το 1948 στον κινηματογράφο απ’ τον Ρομπέρτο Ροσελίνι, με ερμηνεύτρια τη Μεγάλη Άνα Μανιάνι, σ’ ένα σπονδυλωτό δίπτυχο με τον τίτλο «Ο έρωτας», που περιλαμβάνει, ως δεύτερο μέρος, «Το θαύμα», γραμμένο απ’ τον Φεντερίκο Φελίνι, επίσης με την Άνα Μανιάνι.
Το 1966 το ρόλο ερμήνευσε η Ίνγκριδ Μπέργκμαν σε μια εκδοχή για την τηλεόραση σκηνοθετημένη απ’ τον Τεντ Κότσεφ.
To 1958 ο γάλος συνθέτης Φρανσίς Πουλένκ συνέθεσε μια ομότιτλη μονόπρακτη όπερα για σοπράνο και ορχήστρα -«λυρική τραγωδία» τη χαρακτήρισε-, βασισμένη στην «Ανθρώπινη φωνή», που έκανε την πρεμιέρα της το 1959 στο Παρίσι, στην «Οπερά-Κομίκ», με την Ντενίζ Ντιβάλ, διευθυντή ορχήστρας τον Ζορζ Πρετρ και, επίσης, σε σκηνοθεσία του Ζαν Κοκτό.
Ο Βασίλης Νικολαΐδης τολμηρά επανατοποθετεί το, γραμμένο για γυναίκα αλλά εμπνευσμένο, καθώς είναι γνωστό, από έναν άντρα, μονόδραμα του -ανοιχτά ομοφυλόφιλου- Κοκτό στο αρχικό του πλαίσιο, όπως, όμως, ήταν αδύνατο να παρουσιαστεί στον καιρό του: μ’ ερμηνευτή έναν άντρα που μιλάει στο τηλέφωνο μ’ έναν άλλο άντρα, εραστή του, ο οποίος τον εγκαταλείπει για να παντρευτεί. Γεγονός που, ουσιαστικά, μεταβάλλει και το χαρακτήρα του ατόμου και την αίσθηση του δράματος που βιώνει.
Συνειρμικά οι δημιουργοί θυμήθηκαν μια άλλη ανάλογη ιστορία, αυτήν του «Έμπορου της Βενετίας» του Σέξπιρ, όπου ο ώριμος Αντόνιο θυσιάζεται για να μπορέσει ο νεότερος εραστής του, ο Μπασάνιο, ν’ αποκτήσει, μέσω ενός γάμου, την κοινωνική θέση που επιθυμεί -μια ερωτική σχέση που δηλώνεται σαφώς απ’ το συγγραφέα, όμως, επί αιώνες, καλύφθηκε κάτω απ’ το μανδύα της «αγνής φιλίας».
Στο καινούργιο αυτό θεατρικό δημιούργημα, με την γκέι, πλέον,
θεματική, η μια ιστορία φωτίζει, εμπλουτίζει την άλλη κι οι χαρακτήρες των δυο ηρώων, του Αντόνιο (Κύριος Α.) και του νεότερου Μπασάνιο (Κύριος Β.), διαγράφονται ακόμη πιο ουσιαστικά μέσα στο σύγχρονο πλαίσιο όπου εντάσσονται.
Ο Θανάσης Κουρλαμπάς θα επωμιστεί τον βασικό ρόλο του Κυρίου Α. κι ο Κωνσταντίνος 
Αρνοκούρος τον Κύριο Β. Τον σκηνικό χώρο και τα κοστούμια έχει αναλάβει ο Γιάννης Μετζικώφ ενώ η παραγωγή θα ’ναι του Βασίλη Κωνσταντουλάκη.
Την «Ανθρώπινη φωνή» στην Ελλάδα πρωτοπαρουσίασε -και καθόρισε με την ερμηνεία της την οποία επανέλαβε αρκετές φορές, επί 28 χρόνια- τη σεζόν 1949/1950  

-συγκεκριμένα την Πρωτοχρονιά του 1950 δόθηκε η πρεμιέρα- η Έλλη Λαμπέτη, αν και πολύ νέα, τότε, για το ρόλο -δεν είχε ακόμα κλείσει τα 26 της χρόνια: στο θέατρο «Μουσούρη» (τότε «Αλίκης») και στο πλαίσιο του κύκλου «Προσκήνιο» (του θιάσου του Κώστα Μουσούρη στον οποίο, τότε, συμμετείχε), σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολομού.
Την παρουσίασε πάλι, μαζί μ’ άλλα τέσσερα μονόπρακτα και με τον γενικό τίτλο «5 Θεατρικά πρόσωπα», τη σεζόν 1970/1971, στο νυν θέατρο «Χορν» -τότε «Διονύσια»-, την επόμενη 1971/1972, με τρία απ’ τα προηγούμενα μονόπρακτα αλλά και την «Πιο δυνατή» του Στρίντμπεργκ και με τον γενικό τίτλο «Πέντε θεατρικές μορφές», στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά μαζί με την Κατερίνα Βασιλάκου, και τη σεζόν 1977/1978, στο «Κάππα», μαζί μ’ άλλους πέντε μονολόγους και με τον γενικό τίτλο «Έξι μονόπρακτα», σε σκηνοθεσία Σωτήρη Μπασιάκου. Η ερμηνεία της αυτή αποτυπώθηκε, ευτυχώς, και σε δίσκο που κυκλοφόρησε απ’ την «Lyra» το 1979.
Το πιο πρόσφατο ελληνόφωνο ανέβασμα του μονόπρακτου έγινε στην Κύπρο -στην αίθουσα «Space» της Λευκωσίας-, την τρέχουσα σεζόν 2016/2017, απ’ την ομάδα «Open Arts» με την Αντωνία Χαραλάμπους, σε σκηνοθεσία Αθηνάς Κάσιου.
Στην Αθήνα η τελευταία φορά που έχει ανεβεί ήταν, επίσης, τη φετινή σεζόν -στο «Σπίτι του Ηθοποιού»-, με την Καίτη Φίνου, σε σκηνοθεσία Ελένης Δούναβη.
Υπογραμμίζω ότι ο Βασίλης Νικολαΐδης έχει ανεβάσει τη, βασισμένη στο έργο του Κοκτό, ομώνυμη όπερα του Πουλένκ με τη διεθνή σοπράνο μας Ζανέτ Πηλού στην Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, το χειμώνα 1994/1995.

May 15, 2017

Κυρά της Ρω η Φωτεινή Μπαξεβάνη δια χειρός Γιάννη Σκαραγκά και σε σκηνοθεσία Κατερίνας Μπερδέκα


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 



Την ιστορική Κυρά της Ρω θα ενσαρκώσει η εξαίρετη ηθοποιός Φωτεινή Μπαξεβάνη σε μονόλογο του Γιάννη Σκαραγκά που θ’ ανεβάσει το φθινόπωρο η Κατερίνα Μπερδέκα, σε παραγωγή της «Λυκόφως» του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου και σε θέατρο που δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί.

Με ενεργό συμμετοχή στην Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής, η Δέσποινα Αχλαδιώτη -που χε γεννηθεί το 1890 και πέθανε, στα 92 της χρόνια, το 1982- έμεινε στην ιστορία ως «Η Κυρά της Ρω». Καθώς, απ’ το 1943 μέχρι το θάνατό της, κάθε πρωί ύψωνε την ελληνική σημαία, την οποία υπέστελλε με τη δύση του ήλιου. στην ακριτική νησίδα της Ρω των Δωδεκανήσων, όπου είχε εγκατασταθεί απ’ το 1924 με τον άντρα της και την τυφλή μητέρα της.
Η Κυρά της Ρω, αφότου έγινε γνωστή η περίπτωσή της, βραβεύτηκε απ’ την Ακαδημία Αθηνών (το 1975), το Πολεμικό Ναυτικό, την Βουλή των Ελλήνων, την Εθνική Τράπεζα τις Ελλάδος κι από άλλους φορείς ενώ το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, το 1975 επίσης, της απένειμε μετάλλιο «για τις προσφερθείσες εθνικές υπηρεσίες της» κατά την πολεμική περίοδο 1941-1944, στέλνοντας, μάλιστα, τιμητικό ναυτικό άγημα και αντιπροσωπεία του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού στο Καστελόριζο όπου πραγματοποιήθηκε η απονομή. Η κηδεία της, το 1982, έγινε στο Καστελόριζο δημοσία δαπάνη ενώ η σορός της μεταφέρθηκε στην Ρω όπου ετάφη κάτω απ’ τον ιστό όπου ύψωνε τη σημαία.
«Η Κυρά της Ρω είναι ο ελεύθερος άνθρωπος και η ανεξάρτητη γυναίκα που επενδύει στη ζωή ακόμα και με το πιο σκληρό και απαιτητικό της πρόσωπο», σημειώνει ο συγγραφέας. «Ανεβοκατεβάζει μια σημαία με το βάρος της προσωπικής αποστολής που, και να μην αλλάζει τον κόσμο, τουλάχιστον του δίνει νόημα. Συμβολίζει μια άλλη Ελλάδα που αντλεί δύναμη από τα ελάχιστα και ανανεώνει τις αντοχές της μέσα από την αλήθεια και το θάρρος να την αντιμετωπίσει.
Απομονωμένη, περιορισμένη, λόγω συνθηκών, και αντιμέτωπη με αντίξοες συνθήκες, αποτελεί το πιο επίκαιρο και ουσιαστικό σύμβολο μιας χώρας που επανέρχεται στις βασικές της αρχές. Ενσαρκώνει τη δύναμη του ανθρώπινου χαρακτήρα και, κυρίως, την ελπίδα ότι, στις δυσκολότερες περιόδους, η ανθρωπιά, η ακεραιότητα και οι λύσεις δεν είναι υπόθεση των πολλών αλλά του καθένα μας χωριστά».
Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, ο Γιάννης Σκαραγκάς έχει στο ενεργητικό του πέντε βιβλία με πεζά κι έξι θεατρικά. Έχει εργαστεί για περισσότερο από μια δεκαετία στο χώρο της τηλεόρασης (Mega, Alpha), υπογράφοντας πέντε σειρές, αλλά και του κινηματογράφου. Καθώς γράφει όχι μόνο στα ελληνικά αλλά και στα αγγλικά, διηγήματά του έχουν, κατά καιρούς, δημοσιευτεί σε γνωστά αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το γραμμένο στα αγγλικά έργο του «Prime Numbers» ανέβηκε στην Νέα Υόρκη το 2009.
Στην Ελλάδα, ως θεατρικός συγγραφέας, στη σκηνή, ο Γιάννης Σκαραγκάς πρωτοπαρουσιάστηκε τη σεζόν 2014/2015 με το έργο του «Η εποχή του κυνηγιού» που ανέβασε στο θέατρο «Ιλίσια» η Λίνα Ζαρκαδούλα, με την Αθηνά Μαξίμου και την Φωτεινή Μπαξεβάνη. Η παράσταση συνέχισε την πορεία της και την επόμενη σεζόν 2015/2016, στο «Κιβωτός» πια. Η Λίνα Ζαρκαδούλα σκηνοθέτησε, το καλοκαίρι του 2015, στην Σκύρο, και το έργο του «Περπατώντας στα σύννεφα», γραμμένο ως παραγγελία για τα 100 χρόνια απ’ το θάνατο στην Σκύρο του άγγλου ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ, με την Παναγιώτα Βλαντή, τον Χριστόδουλο Στυλιανού και τη μέτζο Μαργαρίτα Συγγενιώτου.

Η Κατερίνα Μπερδέκα (φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή), με σπουδές θεάτρου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Γιώργου Κιμούλη ξεκίνησε την πορεία της στη σκηνοθεσία, το 2002/2003, με την ομάδα «Εν Δυνάμει» από αποφοίτους της δραματικής σχολής Κιμούλη, στην οποία συμμετείχε, στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας» και με το έργο που υπέγραφε η ίδια μαζί με τον Στράτο Σωπύλη «6+1 τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα». Έκτοτε έχει ανεβάσει κι άλλα δικά της έργα καθώς και έργα άλλων ελλήνων και ξένων συγγραφέων -Κάριλ Τσέρτσιλ, Εμανουέλ Νταρλέ…-, με πιο πρόσφατο, τη σεζόν 2014/2015, στο θέατρο «Θησείον» και με την ομάδα της «MeWe», το «Βυσσινόκηπος στα παρασκήνια», σε κείμενο που έγραψε με τον Στράτο Σωπύλη ενώ, παράλληλα κι απ’ το 2005, εργάζεται ως -εξαιρετικά δραστήρια- διευθύντρια θεατρικών παραγωγών.
Η Φωτεινή Μπαξεβάνη μόλις τελείωσε τις παραστάσεις του «Βικτώρ ή Τα παιδιά στην εξουσία» του Ροζέ Βιτράκ, που χε ανεβάσει η Μαριάννα Κάλμπαρη, μετασχηματισμένο απ’ τον Σταμάτη Κραουνάκη σε μουσικό έργο, στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου κι όπου έπαιζε το ρόλο της Εσθήρ ενώ το καλοκαίρι θα ’ναι η Τροφός στην «Μήδεια» του Ευριπίδη, που θα σκηνοθετήσει και πάλι η Μαριάννα Κάλμπαρη, για το «Θέατρο Τέχνης», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου.
Για τους λοιπούς συντελεστές της «Κυράς της Ρω» γίνονται ακόμα συζητήσεις.

May 14, 2017

Πλατεία ναζιστών Ηρώων…


Το έργο. Φυγάς, το 1938, στην Ελβετία, από την προσαρτημένη -«Άνσλους»- στο Τρίτο Ράιχ Αυστρία, μαζί με την οικογένειά του, και αφού ο ένας από τους δύο αδελφούς του πηδάει από το μπαλκόνι και αυτοκτονεί, ο μεγαλοαστός εβραίος καθηγητής των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Βιένης Γιόζεφ Σούστερ καταφεύγει, πρόσφυγας, στην Αγγλία. Στο Πανεπιστήμιο, πια, της Οξφόρδης ο ίδιος, καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ο αδελφός του Ρόμπερτ, μετά τον Πόλεμο, τη δεκαετία του ’50, ύστερα από πρόσκληση του δήμαρχου της Βιένης τα παρατούν και επιστρέφουν, παρά τις αντιρρήσεις της Χέντβιχ, της γυναίκας του Γιόζεφ, στην πρωτεύουσα της Αυστρίας, ανακτώντας τις έδρες τους στο Πανεπιστήμιο της Βιένης. 

Ο αντισημιτισμός που συναντούν, είναι, σύμφωνα με αυτά που πιστεύει ο καθηγητής Γιόζεφ, ίδιος με αυτόν που είχαν να αντιμετωπίσουν πριν από το 1938 και ο ναζισμός και ο καθολικισμός έχουν πάντα, έστω και εκτός εξουσίας, το πάνω χέρι. Ο βίος για τον ακριβολόγο, σχολαστικό, ιδιόρρυθμο, εμμονικό, μισάνθρωπο καθηγητή γίνεται αβίωτος. Η γυναίκα του, στο διαμέρισμα που έχουν αγοράσει πλάι στην εμβληματική Πλατεία Ηρώων της πόλης, εκεί όπου, στις 15 Μαρτίου 1938, ο Χίτλερ, που είχε εισβάλει χωρίς καμία αντίσταση στη χώρα, κήρυττε την προσάρτηση της Αυστρίας ενώπιον παραληρούντος πλήθους 200.000 Αυστριακών, παθαίνει κρίσεις -για τις οποίες μάλιστα έχει νοσηλευτεί στο ψυχιατρεία Στάινχοφ-, κατά τη διάρκεια των οποίων «ακούει» και πάλι τις ιαχές αυτές. 
Ο Σούστερ αποφασίζει να γυρίσει μαζί της στην Οξφόρδη από την οποία δεν τρέφει, πάντως, τις καλύτερες εντυπώσεις. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα... Λίγο πριν μετακομίσουν, τον Μάρτιο του 1988, στην επέτειο αυτού του ονείδους που έχει σημαδέψει τον αυστριακό λαό, ο καθηγητής, τελικά, αυτοκτονεί όπως ο αδελφός του: πηδάει από ένα παράθυρό του διαμερίσματος.
Το -σε τρεις σκηνές- έργο «Πλατεία Ηρώων» (1988) του Αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ, το έσχατο -λίγο πριν από το θάνατό του, μετά από χρόνια ασθένεια που τον βασάνιζε όλη του τη ζωή- αρχίζει το πρωινό και τελειώνει το μεσημέρι της κηδείας του αυτόχειρα.
Στην πρώτη σκηνή η εμμονικά ταμένη στον καθηγητή οικονόμος του Κυρία Τσίτελ και η υπηρέτριά του Χέρτα τακτοποιούν τα υπόλοιπα από το πακεταρισμένο, έτοιμο να ταξιδέψει στην Οξφόρδη, νοικοκυριό του διαμερίσματος που στο μεταξύ έχει πουληθεί, νοικοκυριό που, τελικά, πρόκειται να μεταφερθεί στο πατρικό εξοχικό κτήμα της οικογένειας, στο Νόιχαουζ της Καρινθίας.
Στη δεύτερη, αμέσως μετά την κηδεία, οι δύο κόρες του Σούστερ, η Όλγα και η Άννα, και ο θείος τους, ο με αναπνευστικά και καρδιακά προβλήματα βεβαρημένος αδελφός του Γιόζεφ, ο Ρόμπερτ, δύο χρόνια νεότερός του, που συμμεριζόταν τις ιδέες του αδελφού του αλλά δεν έχει το άγχος του και προτιμάει την ευζωία και ο οποίος ήρθε για την περίσταση από το Νόιχαουζ όπου έχει αποσυρθεί, κατευθυνόμενοι στο διαμέρισμα της Πλατείας Ηρώων, κάνουν μία στάση στο πάρκο Φόλκσγκάρντεν.
Στην τρίτη, στο διαμέρισμα γίνεται το γεύμα μετά την κηδεία, προετοιμασμένο από την Κυρία Τσίτελ. Παρόντες και η χήρα του καθηγητή, που την έφερε, καθυστερημένα, με το αυτοκίνητό του, 
ο γιος τους Λούκας αφού πήγε στο σπίτι της την ηθοποιό με την οποία έχει σχέση που όλοι σχολιάζουν, και ο φίλος τους, καθηγητής Λίμπιχ. Το έργο κλείνει με την Κυρία Καθηγητού να παθαίνει και πάλι, στη διάρκεια του γεύματος, μία κρίση -στο κεφάλι της, για άλλη μία φορά, οι ιαχές του 1938 από την Πλατεία Ηρώων…- και να καταρρέει.
Τίποτα ουσιαστικά δεν συμβαίνει στην «Πλατεία Ηρώων». Ο χολερικός, μισάνθρωπος -οι ήρωές του σαφώς και είναι προέκταση και προβολή του εαυτού του-, υπερβολικός, ίσως, στις εκτιμήσεις του αλλά απόλυτα ειλικρινής και ευθύβολος Μπέρνχαρντ βρίσκει, ουσιαστικά, μία ευκαιρία να «τιμήσει» την απεχθή επέτειο -καθώς το 1988 έκλειναν ακριβώς 50 χρόνια-, την πατρίδα και τους συμπατριώτες του και τη νοοτροπία τους -δεν εξαιρεί τους ήρωές του-, τον τότε πρόεδρο Κουρτ Βάλντχάιμ με το ναζιστικό παρελθόν-, την τότε κυβέρνηση και τα κόμματα, τη θεατρική και μουσική ζωή του τόπου, τους αυστριακούς πανεπιστημιακούς κύκλους… -τίποτα δεν αφήνει όρθιο. Το έργο είναι ένας κόλαφος, ένας λίβελος κατά της Αυστρίας. Και η δύναμή του είναι ο λόγος του. 
Επιπλέον, ο Μπέρνχαρντ αποδεικνύεται ασυζητητί προφητικός: η συνέχεια, με τους ναζιστικών καταβολών ακροδεξιούς του Γιοργκ Χάιντερ να μπαίνουν στην αυστριακή κυβέρνηση ή και με τις πρόσφατες εξελίξεις στις προεδρικές εκλογές του 2016, όταν ο ακροδεξιός υποψήφιος έφτασε μία ανάσα από τη νίκη, καθόλου δεν τον διέψευσε. Και, ταυτόχρονα, με την παρούσα πολιτική κατάσταση και την εκρηκτική άνοδο της Χρυσής Αυγής, ξαφνικά, το έργο γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο για εδώ και σήμερα.
Πέραν, όμως, αυτών των διαστάσεων, ο Μπέρνχαρντ, αν και με μία γραφή εμμονική, με διαρκείς επαναλήψεις -σαν να κλωθογυρίζει κυνηγώντας την ουρά του-, εξουθενωτική, τελικά, παράγει μουσική. Μία μουσική «δωδεκατονική» -«Δεύτερη Σχολή της Βιένης».

Η παράσταση. Ο Δημήτρης Καραντζάς αποδείχθηκε ιδεώδης σκηνοθέτης για τον Μπέρνχαρντ και για το συγκεκριμένο έργο, άψογα μεταφρασμένο από την Έρι Κύργια: δονήθηκε από τη μουσική του αυτή και έκανε μουσική. Μουσική δωματίου. Δεν κατέφυγε στους προσφιλείς του μεταδραματικούς δρόμους. Και απέδειξε πως «μπορεί και αλλιώς». Άφησε το έργο να τον οδηγήσει. Και το έργο τον οδήγησε ασφαλώς.
Η ατμόσφαιρα που δημιούργησε με αρωγούς πολύτιμους τα σκηνικά της Κλειώς Μπομπότη -αυτό το νεκρικό λευκό με τους καθρέφτες, αυτά τα απολύτως συμμετρικά αραδιασμένα παπούτσια, αυτή η τρύπα που ανατριχιαστικά έχασκε στο πάτωμα του διαμερίσματος, η τρύπα που κατάπιε τον αυτόχειρα αλλά ήταν έτοιμη να καταπιεί και όλους τους ήρωες, να καταπιεί την Αυστρία, να καταπιεί όλους μας, η μαύρη τρύπα του ναζισμού-, φωτισμένα καίρια από τον Αλέκο Αναστασίου, τα κοστούμια -σε μαύρο, γκρίζο, λίγο άσπρο, μία εικόνα πένθους όχι ατομικού αλλά συλλογικού…- της Ιωάννας Τσάμη, την κίνηση που είχε διδάξει η Ζωή Χατζηαντωνίου, το συγκλονιστικό υπόστρωμα της μουσικής του Γιώργου Πούλιου που απειλούσε ύπουλα για να κορυφωθεί στο τέλος, δεν ήταν μόνον υποβλητική, επιβαλλόταν. Και τα βλέμματα των ηθοποιών προς το κοινό, βλέμματα ειρωνικά, συνενοχής, δεν σου έφερναν απλώς αμηχανία, δεν σε έκαναν να νοιώθεις άβολα, σε πλημμύριζαν τύψεις. 
Οι ερμηνείες. Ο Δημήτρης Καραντζάς ήξερε να οδηγεί και τους ηθοποιούς του, έστω και αν είχουν κάποιες αδυναμίες ορισμένοι. Παναγιώτης Εξαρχέας, Υβόννη Μαλτέζου -εντυπωσιακή η είσοδός
της-, Γιώργος Μπινιάρης, Μαρία Σκουλά –και ας μην ήταν εδώ στην καλύτερή της στιγμή- και, κυρίως, ο Χρήστος Στέργιογλου, που περνούσε περισσότερο από όλους το δηκτικό, δηλητηριώδες μπερνχαρντικό χιούμορ, ενίσχυαν τη σκηνοθεσία. Η Άννα Καλαϊτζίδου και η Σύρμω Κεκέ με τα λίγα λόγια τους και τις μεγάλες σιωπές τους έδιναν, ίσως, ακόμα ισχυρότερο στίγμα. 
Αφήνω την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη τελευταία: δεν ξέρω αν ήταν ο καλύτερός της ρόλος -γιατί έχει πολλούς «καλύτερους ρόλους», δεν μπορώ να διαλέξω. Αυτό το υστερικό, καταπιεσμένο, συμπλεγματικό, ανέραστο πλάσμα, η Κυρία Τσίτελ, που ενσάρκωσε -απόλυτη ταύτιση-, αυτό το πλάσμα που έχει λατρέψει και έχει, ίσως, μισήσει όσο κανείς τον καθηγητή -του οποίου είναι δημιούργημα- και που εκφράζει τις αντιναζιστικές απόψεις του όντας η ίδια η προσωποποίηση, η σωματοποίηση του ναζισμού, ένα πλάσμα τρομακτικό το οποίο η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είχε σχεδιάσει με τη μέγιστη τεχνική ακρίβεια -με υποδεκάμετρο, μία χορογραφία- και στο οποίο έδωσε ζωή μέσα από τα σπλάχνα της, εγγράφηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο. Η κορυφαία ερμηνεία της χρονιάς! 


Το συμπέρασμα. Μία εξαίρετη παράσταση, από τις σημαντικότερες -από τα επιτεύγματα- της σεζόν -έστω και αν το έργο χρειαζόταν την υπομονή σας. Και μία μεγάλη ερμηνεία. Η παράσταση δυστυχώς έχει τελειώσει. Είναι άδικο, πάντως, μία παράσταση αυτού του επιπέδου να μην έχει συνέχεια την επόμενη χρονιά (Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα).

Θέατρο «Οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής», 22 Φεβρουαρίου 2017.

May 11, 2017

Υπήρξε -ναι!- κι ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 11 Μαΐου 2017 
(ΓΙΑ ΛΙΓΕΣ ΜΟΝΟΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ) 



Μπράβο στον Κωνσταντίνο Μπιμπή για το Βραβείο Χορν! Πολύ καλή η επιλογή της επιτροπής και φέτος -η δέκατη έβδομη στην πολύ καλή σειρά των μέχρι τώρα βραβευμένων.
Ν’ αντιγράψω -επειδή η μνήμη έχει κοντά ποδάρια…- απ’ την παρουσίαση της παράστασης «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2» που ’γραψα κι ανάρτησα στο παρόν ιστολόγιο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 5 Ιανουαρίου του 2014, τρία χρόνια και τέσσερις μήνες ΠΡΙΝ απ’ την απονομή του φετινού Βραβείου Χορν:
« […] ο εκρηκτικός Κωνσταντίνος Μπιμπής πιστεύω ακράδαντα πως προορίζεται για σημαντική καριέρα -αργά ή γρήγορα θα τον ‘ανακαλύψουν’: με σωματικές δυνατότητες τύπου Στεφανίας Γουλιώτη, με χιούμορ, με ενέργεια αφοπλιστική, με δαιμόνια ικανότητα μεταμορφώσεων, αεικίνητος αλλά και ουσιαστικός, σαρώνει».

Αν κι έχω πάψει -για πολλούς λόγους…- να πιστεύω στα βραβεία προ πολλού, επί του θέματος του συγκεκριμένου Βραβείου, όμως, έχω να κάνω και μερικές παρατηρήσεις:
Εκείνο που με χάλασε ήταν κάτι απ το λογύδριο του Σταμάτη Φασουλή -που εμπνεύστηκε και ίδρυσε το θεσμό αυτό- τη βραδιά της απονομής: «Δεν έχω κάνει κάτι πιο σημαντικό στη ζωή μου από τη θέσπιση αυτού του βραβείου. Η μόνη τύψη που έχω είναι πως, στη διάρκεια αυτών των χρόνων, αδικήσαμε κάποια άτομα τα οποία έπρεπε να υπάρχουν στη μακρά λίστα των νικητών, τον Νίκο Κουρή και τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο»!
Προς τι η αυτοκριτική -θυμήθηκα εκείνο το «μετανοούσες Μαγδαληνές» που ’λεγε ο Μινωτής…- και προς τι αυτή η ονομαστική αναφορά; Σα να υπήρχε συγκεκριμένος λόγος που έγινε. Εξαίρετοι πρωταγωνιστές της νεότερης γενιάς ο Κουρής κι ο Παπασπηλιόπουλος, πολύ τους εκτιμώ κι εγώ αλλά, δηλαδή, άλλοι νέοι ηθοποιοί δεν υπήρχαν, που θα μπορούσαν να ’χαν τιμηθεί με το Βραβείο Χορν και, για διάφορους λόγους, δεν τιμήθηκαν; Ηθοποιοί που δεν έχουν αναδειχθεί σε πρωταγωνιστές; Είχα την εντύπωση ότι το Βραβείο Χορν επιβραβεύει νέους ηθοποιούς που διακρίθηκαν κάνοντας μια σημαντική ερμηνεία, όχι νέους ηθοποιούς που, ντε και καλά, θα γίνουν πρωταγωνιστές.
Αλλά εάν, εν πάση περιπτώσει, χρειαζόταν αυτή η αυτοκριτική, ε, τότε το πρώτο όνομα που θα ’πρεπε ν αναφερθεί -αυτή κι αν ήταν παράλειψη…- ότι αδικήθηκε ήταν του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη. Ο οποίος δεν είναι πρωταγωνιστής γιατί δεν υπάρχει πια παρά μόνο στη μνήμη μας αλλά κάποιοι, που τον θυμούνται και που δεν ξεχνούν ακόμα, υπάρχουν…
Δεύτερον: έχω μια απορία. Εκτός της Αντιγόνης Καράλη που τη βλέπω συνέχεια στα θέατρα και του Κώστα Γεωργουσόπουλου που, ως κριτικός, βλέπει παραστάσεις- αλλά εντελώς επιλεκτικά, για το Εθνικό ή το «Θέατρο Τέχνης», για παράδειγμα, δε βλέπω να γράφει τίποτα εδώ και χρόνια, οπότε τι εποπτεία έχει;-, οι υπόλοιποι της επιτροπής πόσες παραστάσεις βλέπουν ώστε να κρίνουν; Κι είναι, επίσης, δυνατόν για βραβείο που απονέμεται σε νέους ν’ αποφασίζουν ογδοντάρηδες; Μήπως χρειάζεται κάποια ανανέωση; (Φωτογραφία: Μαρία Μόσχου).



Επιτέλους! Τριάμισι χρόνια -όχι φαγούρα ή, ίσως, ΚΑΙ φαγούρα αλλά σίγουρα…- «δυσκοιλιότητα»! Κι απ’ την καμινάδα του καλλιτεχνικά ακέφαλου -τριάμισι χρόνια σας λέω, αφού νόμιζα πως την κατάργησαν τη θέση…- Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, εξήλθε λευκός καπνός: νέος καλλιτεχνικός διευθυντής, ο θεατρολόγος Σάββας Κυριακίδης -Υπεύθυνος Δραματολογίου, Βιβλιοθήκης και Αρχείου στο Εθνικό μας, απ’ το 1999, και καθηγητής στη δραματική σχολή του. Άνθρωπος ευγενικός, μειλίχιος, χαμηλών τόνων, σοβαρός, αξιόλογος και ικανός. Ελπίζω ότι και απ’ τη θέση του αυτή θα πολιτευτεί δίκαια και σωστά. Καλορίζικος!



Διάβασα και για «μονοπαραστάσεις» σε σελίδα κυπριακής εφημερίδας, στην οποία με παρέπεμψε φίλος. Έτσι λένε στα κυπριακά τους μονολόγους, αν κατάλαβα καλά; 
 



Είδα χτες στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου τον, ως «μουσικό έργο» κατά Σταμάτη Κραουνάκη, «Βικτώρ» του Βιτράκ σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Μια επισήμανση μόνο: διάβασα στο πρόγραμμα το κατεβατό των συντελεστών και των ευχαριστιών και των αναφορών-λογοτεχνικών δανείων αλλά μια κουβέντα, έτσι, εις μνήμην, για τον Παύλο Μάτεσι 
και την κλασική πια μετάφρασή του, του «Βικτόρ», απ’ την οποία, ε, ναι, δεν έλειψαν τα «δάνεια», δεν είδα. Διότι, για παράδειγμα, το «Θηρεσιάκι, θηριάκι», το -επαναλαμβανόμενο-«ειδωλίζομαι», το «ευλογημένος ο καρπός της λαγνείας σου» ή το ποιηματάκι της Εσθήρ λίγο δύσκολο να πιστέψω ότι απλώς συνέπεσαν με τις πολύ ιδιαίτερες και ευφυείς μεταφραστικές λύσεις του Μάτεσι… 



Ε, μα αυτό πάλι… Είχα πάει στο «Βρετάνια» για το «Ημέρωμα της στρίγγλας» -σας τα ’γραψα ήδη απ’ τις 14 Δεκεμβρίου στο totetartokoudouni.blogspot.com. Καθυστερημένα διάβασα το, ξεχειλισμένο από διαφημίσεις, πρόγραμμα της παράστασης, που ’χαν την ευγένεια να μου δώσουν. Ξεφυλλίζω, φτάνω «Οι παραστάσεις της Στρίγγλας στην Ελλάδα και Κύπρο», διαβάζω, τι να δω; Αμέσως έπεσαν στην αντίληψή μου τρεις -βασικές- παραλείψεις: της παράστασης του Σπύρου Ευαγγελάτου, τη σεζόν 1988/1989, στο «Αμφι-Θέατρο», με Πετρούκιο τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και Κατερίνα την Λήδα Τασοπούλου, της (προηγούμενης με το αυτό έργο) παράστασης -αν είναι δυνατόν, μέσα στα πόδια τους τον είχαν!- του ίδιου του Γιάννη Κακλέα, σκηνοθέτη και της τωρινής παράστασης, με το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, Βάνα Πεφάνη και Τάσο Γιαννόπουλο, το καλοκαίρι του 2004, και της παράστασης του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη στο Εθνικό, στην Σκηνή «Κοτοπούλη» του «Rex», το 2008/2009, με Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και Άκη Σακελλαρίου. Αυτές, τουλάχιστον, θυμήθηκα εκ του προχείρου -ίσως να λείπουν κι άλλες, πού να την εμπιστευτείς την καταγραφή…
Κανείς δεν υπογράφει την παραστασιογραφία -δεν ξέρω αν από κάπου την ξεπατίκωσαν- ούτε την επιμέλεια του προγράμματος. Δεν αγνοώ, βέβαια, πως το Θεατρικό Μουσείο, στα αρχεία του οποίου όλοι βασιζόμασταν, το ξεχαρβάλωσαν και το διέλυσαν, ότι πηγή έγκυρη δεν βρίσκεις πια για να διασταυρώσεις στοιχεία -αν έγινε έρευνα…- οπότε, εφόσον ασφαλείς πληροφορίες δεν υπάρχουν, καλύτερα αυτές οι ημιτελείς παραστασιογραφίες να λείπουν.



Τι έχουν δει κι εμένα τα μάτια μου… Απ’ τα πιο πρόσφατα, φέτος, η «Φαύστα» του Μποστ σε σκηνοθεσία Μάρθας Φριντζήλα στο «Προσκήνιο». Αναρωτήθηκα, η Μάρθα Φριντζήλα -ικανή για τα καλύτερα, ικανή και για τα χειρότερα, όπως έχω διαπιστώσει- δεν αντιλήφθηκε ότι ο Μποστ σοβαρά πρέπει να παίζεται. Αν τον κάνεις γκροτέσκο, αν τον κάνεις μπαλαφάρα, πάει, εξατμίστηκε το πνεύμα και το ιδιαίτερο χιούμορ του.
Ας πούμε, γιατί την υπηρέτρια Μαριάνθη να την παίξει άντρας ηθοποιός -ο καλός Κώστας Μπερικόπουλος- ντυμένος κάτι σαν καλόγρια; Άντε και την παίζει. Γιατί, κάποια στιγμή, να πρέπει ν’ αφήσει να πέσει το ράσο και να μείνει γυμνός/ή εκ των όπισθεν; Για να μην μιλήσω για την 
οικογένεια Ιατρού… Ημίγυμνοι -ο πατήρ μόνο με σορτσάκι, η μήτηρ (και πάλι άντρας, ο Γιώργος Γιαννακάκος) μόνο με πλισέ μινάκι, ο υιός με μαγιό/σλιπάκι. Εκεί, πια, το κιτς έκαψε κοντέρ. Αφήστε τη μουσική και τα τραγούδια… Αλλά ας μην πω περισσότερα γιατί κουρδίζομαι. Τ’ άλλα είναι σιωπή. Άστα, κλαύστα…
Κρίμα, όμως, γιατί η παράσταση, εκτός απ’ την Ελένη Κοκκίδου-Φαύστα, διέθετε στη διανομή κι άλλους ηθοποιούς που εκτιμώ από πολύ έως και πάρα πολύ.



Ο -πλήρης- τίτλος «Αληθινές Ειδήσεις» της καινούργιας εφημερίδας του Νίκου Χατζηνικολάου πώς με παραπέμπει στα παιδικά μου... Τότε που λέγαμε κάτι ψεματούκλες ναααα και για να πείσουμε επιμέναμε: «Αλήθεια σου λέω, να, φιλάω σταυρό».
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Φτου ξελεφτερία! «Το Τέταρτο Κουδούνι» από σήμερα, μετά από δεκαεπτάμισι χρόνια -έντυπα και ηλεκτρονικά-, απελευθερώνεται απ’ τη δουλεία του «κάθε Πέμπτη στις 15.00». Θα το αναρτώ άτακτα, ως έκπληξη, μπορεί και μια και δυο φορές τη βδομάδα, μπορεί και κάθε δυο μήνες, μπορεί το πρωί, μπορεί το απόγευμα, μπορεί και το βράδυ, μπορεί με 500, μπορεί και με 2000 λέξεις, ανάλογα και με την επικαιρότητα κάποτε-κάποτε. Ελπίζω να το ακολουθήσετε.