December 11, 2017

Cine «ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ» / «Πάντινγκτον 2» του Πολ Κινγκ



Η Ζωίτσα και η Σοφούλα ήταν που μου ζήτησαν να δούμε το σίκουελ -το πρώτο «Πάντινγκτον» (2014) το είχαν ήδη δει, εγώ όχι -σε μεταγλώττιση. Σιχαίνομαι τα «σίκουελ», τα «πρίκουελ» κλπ. Απεχθάνομαι τις μεταγλωττίσεις -στα ελληνικά τουλάχιστον- αλλά η μικρή δεν τα καταφέρνει ακόμα με τους ελληνικούς υπότιτλους. Πήγαμε για να τους κάνω το χατίρι. Τους το χρωστάω.
Το «Πάντινγκτον 2» του βρετανού Πολ Κινγκ, σε σενάριο -βασισμένο στον αρκουδάκο ήρωα σειράς δεκάδων κοσμαγάπητων ιστοριών για παιδιά (που εκδίδονταν από το 1958) του συμπατριώτη του συγγραφέα Μάικλ Μποντ (1926-2017)- το οποίο συνυπογράφει ο σκηνοθέτης με τον Σάιμον Φάρναμπι, είναι μία υπέροχη ταινία για παιδιά, γλυκιά, τρυφερή, εξαιρετικά καλόγουστη, με απολαυστικό εγγλέζικο φλεγματικό χιούμορ, χωρίς ίχνος βίας, που επιδέξια ισορροπεί ανάμεσα στη συναρπαστική περιπέτεια, το σλάπστικ, τη σάτιρα και τη συγκίνηση.


Ο Πάντινγκτον Μπράουν, το -μετανάστης εκ Περού- γλυκύτατο, καλόβολο, ευγενικό αλλά αδέξιο αρκουδάκι, εγκατεστημένο πια στο Λονδίνο -ένα φανταστικό Λονδίνο- και υιοθετημένο από την οικογένεια Μπράουν που το περιμάζεψε, ψάχνει να βρει ένα δώρο για τα 100α γενέθλια της αγαπημένης του θείας Λούσι η οποία κάποτε τον έσωσε από σίγουρο θάνατο και που την έχει αφήσει πίσω του, στο Περού, σε οίκο ευγηρίας αρκούδων. Σε ένα 
παλαιοπωλείο ανακαλύπτει ένα πανέμορφο ποπ-απ βιβλίο για το Λονδίνο που η θεία του πάντα ονειρευόταν να επισκεφτεί -το ιδανικό δώρο. Αλλά είναι το μοναδικό αντίτυπο και είναι πανάκριβο. Ο Πάντινγκτον αποφασίζει να δουλέψει για να μαζέψει τα λεφτά. Οι απόπειρές του, όμως, λόγω της αδεξιότητάς του, καταλήγουν σε ναυάγια.
Στο μεταξύ, την ύπαρξη του βιβλίου μαθαίνει ο Φίνιξ Μπιουκάναν, απόγονος μάγου, γνωστός κάποτε, αλλά ξεπεσμένος πια πρωταγωνιστής του θεάτρου, που γνωρίζει ότι το βιβλίο κρύβει το μυστικό για την ανακάλυψη ενός θησαυρού. Θα μεταμφιεστεί και
θα το κλέψει. Ο Πάντινγκτον θα τον πάρει μυρουδιά και θα 
καταδιώξει τον «άγνωστο» κλέφτη αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ή, μάλλον, με το αποτέλεσμα να συλληφθεί ο ίδιος ως ο κλέφτης του σπάνιου βιβλίου και να καταδικαστεί σε δέκα χρόνια φυλάκιση.

Η οικογένεια Μπράουν θα ξεκινήσει εκστρατεία για την ανακάλυψη του πραγματικού δράστη και την αποφυλάκιση του αρκουδάκου με το κόκκινο πλατύγυρο καπέλο. Ο ίδιος, στη φυλακή, πάντα ευγενέστατος και γλυκύτατος εκτός και αν τα πάρει, οπότε το βλέμμα του τρομοκρατεί, θα τολμήσει να την πει, για την άθλια μαγειρική του, στο μάγειρα Νακλς, τρομερό κακούργο,
φόβητρο των φυλακών, ο οποίος, όμως, τελικά τον συμπαθεί, τον παίρνει ως βοηθό του και ο Πάντινγκτον, με την απίθανη μαρμελάδα που ξέρει να φτιάχνει και να κάνει καταπληκτικά σάντουιτς μ’ αυτή, μεταμορφώνει τα μαγειρεία σε οίκο υψηλής ζαχαροπλαστικής, τον Νακλς σε αρνί και τη φυλακή σε κολέγιο.
Αλλά, όταν απογοητεύεται, νομίζοντας, από παρεξήγηση, πως οι Μπράουν τον ξέχασαν, θα ακολουθήσει τον Νακλς και άλλους δύο φυλακισμένους σε απόδραση, πεισμένος, από τις διαβεβαιώσεις τους, ότι το κάνουν για να τον βοηθήσουν. Είναι, όμως, ψέμα: μόλις το σκάσουν, εκείνοι τον εγκαταλείπουν. Και ο Πάντινγκτον
αγωνίζεται πια για τη δικαίωσή του μαζί με τους Μπράουν με τους οποίους ξανασμίγει. Θα τα καταφέρουν να εντοπίσουν τον κλέφτη μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκοντας, στο τέλος, αναπάντεχη βοήθεια από τους μετανοημένους δραπέτες και ενώ ο Πάντινγκτον έχει φτάσει στο χείλος του θανάτου. Το βιβλίο είναι στα χέρια τους, ο κλέφτης στα χέρια της αστυνομίας, ο θησαυρός αποκαλύπτεται, οι δραπέτες αθωώνονται, ο κλέφτης καταδικάζεται και η θεία Λούσι θα έχει, τελικά, ένα ακόμα μεγαλύτερο δώρο: όχι το βιβλίο για το Λονδίνο αλλά ένα ταξίδι στο Λονδίνο.
Με ένα σενάριο πανέξυπνα δομημένο που αντλεί και συνθέτει παραγωγικά από διάφορες πηγές της λογοτεχνίας για παιδιά, με διάφορες τεχνικές -μαγευτική, η ονειρική άφιξη της θείας με πλοίο σε ένα λιμάνι χαρτοκοπτικής-, με εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ -χωρίς ποτέ η ταινία να γίνεται εφετζίδικη-, με ρυθμούς γοργούς, με κέφι, με πανέξυπνα ευρήματα και ευρηματικά γκαγκς ο Πολ Κινγκ έχει δημιουργήσει ένα γοητευτικό, συγκινητικό, συναρπαστικό αποτέλεσμα.
Ο Χιου Γκραντ, ως ο -σατανικά- «κακός» της ταινίας κλέβει την παράσταση με τις μεταμφιέσεις και το χιούμορ του,
αυτοσαρκαζόμενος ως μανικά εγωπαθής Νάρκισσος, αλλά και οι υπόλοιποι της διανομής δεν υστερούν -ανάμεσά τους, εξαιρετικοί


ηθοποιοί, όπως η υπέροχη Σάλι Χόκινς (Μέρι Μπράουν), ο
Μπρένταν Γκλίσον (Νακλς), η Τζούλι Γουόλτερς (γιαγιά Κυρία Μπερντ), ο Τζιμ Μπρόντμπεντ (παλαιοπώλης Γκρούμπερ), o Tομ Κόντι (Δικαστής), η Αϊλίν Άτκινς (Μαντάμ Κόζλοβα), ακόμα και σε πολύ σύντομους ρόλους. 
Πηγαίνετε τα παιδάκια σας να το δουν! Θα περάσουν καλά κι εσείς, ίσως, και καλύτερα. Αν μπορούν να διαβάσουν άνετα τους υπότιτλους, να αποφύγετε τη μεταγλωττισμένη στα ελληνικά κόπια. Η μεταγλώττιση είναι μετριότατη -ο Γιάννης Τσιμιτσέλης εντελώς άχρωμος, επίπεδος Πάντινγκτον.

Κινηματογράφος «Odeon Starcity» / Αίθουσα 6, 9 Δεκεμβρίου 2017.

December 8, 2017

Cine ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ / «Νήμα» του The Boy



1972, χούντα και μία νεαρή γυναίκα που είναι ενταγμένη στον αντιδικτατορικό αγώνα με το ψευδώνυμο Νίκη, συλλαμβάνεται, βασανίζεται αλλά αποκτάει και ένα γιο. Από πατέρα που δεν τον κατονομάζει. Μία γυναίκα ταγμένη στον πολιτικό αγώνα και όταν η χούντα πέφτει. Δεν είναι εύκολο, όμως, να είσαι συνεπής αγωνίστρια και συνεπής μητέρα… Ο γιος της θα αγωνίζεται για χρόνια να αποκόψει τον ομφάλιο λώρο, το «νήμα». «Νήμα» (Ελλάδα, 2016) είναι και ο τίτλος της ταινίας. Ο Αλέξανδρος 

Βούλγαρης που υπογράφει τη σκηνοθεσία ως The Boy (το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ως συνθέτης), προφανώς, αυτοβιογραφείται -ελεύθερα- στο «Νήμα». Όλοι μπορούμε να σκεφτούμε πως η Νίκη έχει στοιχεία από τη μητέρα του, τη συγγραφέα Ιωάννα Καρυστιάνη. Η ταινία, όμως, απολύτως 
προσωπική και εμφανώς πειραματική, μετά από μία δυναμική αρχή, μοιάζει να πελαγοδρομεί, χωρίς λόγο να φλερτάρει με την επιστημονική φαντασία και να γίνεται ιδιαίτερα ερμητική. Η παρατραβηγμένη ανάθεση στην Σοφία Κόκκαλη των ρόλων και της Νίκης και του γιου, ανάθεση που προφανώς επιδιώκει να δείξει την ταύτιση, παρά την προσπάθεια της πολύ καλής ηθοποιού, μαζί με τις άτεχνες off αντρικές φωνές -η ταινία, ουσιαστικά, για μία
ηθοποιό είναι γραμμένη, των άλλων ποτέ δεν δείχνονται τα πρόσωπα-, μία εικόνα ερασιτεχνισμού αφήνει. Αν ήταν η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη, ίσως να της έβρισκα φρεσκάδα, είναι, όμως, η τέταρτη και πρέπει να πω ότι τη βρήκα με πολλές αδυναμίες -προβληματική.

(Το κείμενο αυτό συμπεριλαμβανόταν στην ανάρτηση με τον τίτλο «Ένα ταξίδι: από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ μέχρι τη χούντα, από το Ζάγκρεμπ και το Καρς μέχρι την πλατεία Αμερικής / 57ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. 2» που ανέβασα στις 22 Νοεμβρίου 2016 και αφορούσε ταινίες που είδα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τώρα που η συγκεκριμένη βγαίνει στις αίθουσες το ανεβάζω και πάλι, με ελάχιστες επεμβάσεις -τις αναγκαίες).

Tip: «4 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα»


Σεξ, ψέματα και ένα βιντεάκι ή Το βιντεάκι που γίνεται χιονοστιβάδα 



Σε μία μικρή πόλη της Αγγλίας. Ο Τζακ είναι 17άρης, καλός μαθητής, που ετοιμάζεται για τις εξετάσεις του. Φιλοδοξεί -και ακόμα περισσότερο οι γονείς του…- να κάνει μία καλή καριέρα. Αλλά… ο κόκκος της άμμου: ένα βιντεάκι -μόλις τέσσερα λεπτά και δώδεκα δευτερόλεπτα- που τραβάει με το κινητό του ενώ κάνει -βίαιο, μία φαντασίωσή του, λέει- σεξ με το κορίτσι του, τη συνομήλικη και συμμαθήτριά του Κάρις, βγαίνει στο διαδίκτυο και, φυσικά, κανείς δεν μπορεί να το συμμαζέψει: 500.000 θεάσεις! Ο ίδιος το ανέβασε; Το ανέβασε ένας φίλος του κολλητός που δανείστηκε -ο υπ αριθμ.1 ύποπτος- το λάπτοπ του;  Αυτός, όμως,

απαλλάσσεται: ομολογεί στη μάνα του Τζακ πως είναι ερωτευμένος με την Κάρις και πως ποτέ δεν θα το έκανε. Σούσουρο, σκάνδαλο, ο κορίτσι εκτίθεται ανεπανόρθωτα, ο αδελφός της Κάρις επιτίθεται στον Τζακ -που δεν εμφανίζεται καθόλου στο έργο ενώ ουσιαστικά αποτελεί τον άξονά του, εύρημα όχι πρωτότυπο αλλά αποτελεσματικότατο- και τον σπάει στο ξύλο, ο πατέρας της επιτίθεται στον πατέρα του, η μάνα του σε πανικό, το ζευγάρι των γονιών σε μεγάλη ένταση μεταξύ τους…-χιονοστιβάδα. Που 
υπάρχουν ενδείξεις ότι στη συνέχεια μπορεί να πάρει και  πιο επικίνδυνες διαστάσεις… Άσε για το παιδί που δεν το στέλνουν
στο σχολείο και το κρύβουν στη θεία του και που πώς θα μπορέσει να δώσει τις εξετάσεις του;… -καταστροφή. Η συνέχεια είναι ακόμα πιο επώδυνη. Ο Ντέιβιντ, ο πατέρας του Τζακ, εξομολογείται, τελικά, στη γυναίκα του ότι εκείνος είναι που το έχει κάνει: μπήκε στον υπολογιστή του παιδιού, το βρήκε, το κοίταξε και, περήφανος για τα κατορθώματα του γιου του, το ανέβασε. Η ιστορία θα εκτονωθεί αλλά όχι χωρίς θύματα. Κανείς 

δεν είναι αθώος. Το φινάλε μένει ανοιχτό. Πολύ ενδιαφέρον, σφιχτοδεμένο, έστω και αν έχει κάποια κενά, και με απόλυτα σύγχρονο θέμα, πικρό, σκοτεινό, απεγνωσμένο αλλά χωρίς να του λείπει το χιούμορ, με μικρές, λεπτές πινελιές σχεδιασμένο, το έργο του Βρετανού Τζέιμς Φριτς -άλλο ένα δείγμα του σύγχρονου βρετανικού θεάτρου που ανθεί- «4 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα» (2014) το οποίο παίζεται για δεύτερη χρονιά -αυτή τη φορά στο «Olvio» και με ανανεωμένη διανομή. Ο Νικορέστης Χανιωτάκης -στον οποίο οφείλεται και η θεατρικότατη μετάφραση- και ο Γεράσιμος Σκαφίδας έχουν συνυπογράψει σκηνοθετικά μία σπινταριστή παράσταση: εξαιρετικοί ρυθμοί, το κινηματογραφικής δομής -με 
τις πολλές μικρές σκηνές- έργο ρέει στη σχεδόν άδεια σκηνή και σε συναρπάζει. Βεβαίως, οι σκηνοθέτες είχαν στη διάθεσή τους δύο από τους πολύ καλούς ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου: η Μαργαρίτα Βαρλάμου και ο Χρήστος Σαπουντζής υποστηρίζουν με σθένος την παράσταση και παίρνουν άριστα. Πολύ καλά δεμένοι, ισορροπούν -η κοντά στην υστερία μάνα και ο «cool» πατέρας- ενώ, πλάι τους, η Ιουλία Γεωργίου και ο Νικόλας Φουρτζής, παρά την απειρία τους, τα βγάζουν πέρα καλά. Το δυνατό, σιωπηλό φινάλε, με τη μάνα/Μαργαρίτα Βαρλάμου να βγάζει αργά όλα τα κοσμήματά της και να τα ακουμπάει στο τραπεζάκι της παμπ, αφήνει πολλά περιθώρια… Μία παράσταση που με καθήλωσε.

December 6, 2017

Μαρία Τερέζια φον Παραντίς: «Η τυφλή γητεύτρα»


Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε για το -εξαιρετικά αναμορφωμένο- περιοδικό του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης «Πρώτο Πλάνο» και δημοσιεύτηκε στο τεύχος του 297 (6/11/2017) με αφορμή την προβολή, στο πλαίσιο του 58oυ Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, της ταινίας της Μπάρμπαρα Άλμπερτ «Mademoiselle Paradis». Το αναρτώ, με ελάχιστες αλλαγές, και στο totetatokoudouni.blogspot.com. 





Οι γονείς της δεν επέτρεψαν στο γιατρό Μέσμερ να τη θεραπεύσει με τις πρωτοποριακές μεθόδους του -το θέμα της ταινίας «Mademoiselle Paradis» της Μπάρμπαρα Άλμπερτ, που θα προβληθεί στο 58o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Αλλά η τυφλή πιανίστα-παιδί θαύμα Μαρία Τερέζια φον Παραντίς κατάφερε να κάνει καριέρα σολίστα και συνθέτριας στην Βιέννη και σε όλη την Ευρώπη του τέλους του 18ου αιώνα. 

«Ρεσιτάλ πιάνου του κ. Γ. Θέμελη δίδεται σήμερον Σάββατον, 8.30΄ μ.μ., εις το Ωδείον Ηρώδου του Αττικού, παρουσία της πριγκιπίσσης Ειρήνης. Ο καλλιτέχνης θα εκτελέση πρόγραμμα που περιλαμβάνει αποκλειστικώς έργα Σοπέν». («Καθημερινή», 2 Ιουλίου 1966).
Ο τυφλός πιανίστας! Τον θυμάμαι. Πολύ καλά, Ειδικευμένος στον Σοπέν. Να δίνει ρεσιτάλ στο Ηρώδειο, τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 -το τελευταίο το έδωσε το 1995- λίγο πριν από την έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών -«εκτός Φεστιβάλ». Και στον Παρνασσό. Και να συμπράττει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Έβγαινε στη σκηνή συνοδευόμενος, καθόταν στο πιάνο και έπαιζε με το βλέμμα στο κενό.

Δεν ήταν ο μόνος. Δεν ήταν ο πρώτος. Η ταινία της Αυστριακής Μπάρμπαρα Άλμπερτ «Mademoiselle Paradis» (2017), που θα προβληθεί στο 58ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, βασισμένη στο μυθιστόρημα «Στην αρχή ήταν η νυχτερινή μουσική» (2010) της Γερμανίδας Αλίσα Βάλζερ (κόρης του κορυφαίου πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Μάρτιν Βάλζερ), έρχεται να μας θυμίσει μία πολύ παλαιότερη ανάλογη περίπτωση: της Βιεννέζας Μαρία Τερέζια φον Παραντίς (1759-1824).
Δεν ήταν ο ευρωπαϊκός 18ος αιώνας ο πιο φιλικός για τις γυναίκες. Όσο και αν είχαν κάνει αρκετά βήματα, όσο και αν η παρουσία τους ήταν σεβαστή πια -στους κύκλους της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης, τουλάχιστον-, όσο και αν γυναίκες είχαν ανέλθει -κληρονομικώ δικαιώματι, βέβαια, ή λόγω συγκυριών- σε ευρωπαϊκούς θρόνους, οι ικανότητες της γυναίκας συνέχιζαν να αντιμετωπίζονται με συγκατάβαση και βασικός σκοπός της ύπαρξής της θεωρούνταν η τεκνοποίηση και η ανατροφή των παιδιών. Οι γυναίκες που ξέφευγαν από τον κανόνα ή τον ξεπερνούσαν ήταν οι εξαιρέσεις. Και οι δρόμοι δεν τους ήταν ανοιχτοί.

Γυναίκα πιανίστα και συνθέτρια, τα χρόνια εκείνα, καθόλου συνηθισμένο δεν ήταν. Η Μαρία Τερέζια φον Παραντίς ήταν, επιπλέον, τυφλή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να την καθιστούσε για τους συγχρόνους της απλώς ατραξιόν -«η τυφλή που παίζει πιάνο»- αλλά η Παραντίς είχε την τύχη -κι αυτό τη βοήθησε στην καριέρα της- να ανήκει στην ανώτερη τάξη: κόρη του Γιόζεφ φον Παραντίς, υπουργού Εμπορίου της αυτοκρατορικής κυβέρνησης και αυλικού συμβούλου -γυναίκα, επίσης, βασίλευε, τότε, στην Αυστρία και στις υποτελείς της χώρες, η Μαρία Θηρεσία των Αψβούργων, προς τιμήν της οποίας είχαν δώσει στο κοριτσάκι και το όνομά του- γεννήθηκε στην Βιέννη, το 1759. Αν και τυφλώθηκε από παιδάκι ακόμα -ανάμεσα στα δύο και στα πέντε της χρόνια-, από παιδάκι 
την έλκυσε και η μουσική. Ίσως η στέρηση της όρασης είχε εντατικοποιήσει, είχε ακονίσει την ακοή και τη μνήμη της. Εντυπωσιασμένη από τις επιδόσεις του παιδιού-θαύματος, η Μαρία Θηρεσία τη στήριξε να αποκτήσει μία ευρεία μουσική -αλλά και γενική- παιδεία ενώ αργότερα της έκοψε και επίδομα. Διδάχτηκε πιάνο, τραγούδι, θεωρία και σύνθεση από διακεκριμένους δασκάλους. Ανάμεσα τους, και ο Αντόνιο Σαλιέρι, που ήδη από το 1773, όταν η Μαρία Τερέζια ήταν μόλις στα 14 της, της αφιέρωσε το μόνο Κοντσέρτο για όργανο που έγραψε. Πιστεύεται πως κοντσέρτα για πιάνο έγραψαν ειδικά για την φον Παραντίς και ο Χάιντν και ο Μότσαρτ -πιθανόν το αρ. 18- με τον οποίο διατηρούσε οικογενειακή σχέση.
Η Μαρία Τερέζια φον Παραντίς έζησε την περίοδο που το μπαρόκ είχε πια δώσει τη θέση του, στον γερμανόφωνο χώρο, στον κλασικισμό ο οποίος κάλπαζε προς την αποθέωσή του. Επιπλέον, ευτύχησε να ζήσει στην ίδια πόλη -την Βιέννη-, τα ίδια, πάνω-κάτω, χρόνια, με τον Χάιντν, τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν… Προικισμένη με εξαιρετική μνήμη -λεγόταν ότι είχε απομνημονεύσει γύρω στα 60 κοντσέρτα για πιάνο και πλήθος άλλα κομμάτια-, από τα 16 της είχε αρχίσει να δίνει συναυλίες, ως πιανίστα και τραγουδίστρια, σε αίθουσες συναυλιών αλλά και ιδιωτικά, σε βιεννέζικα σαλόνια της αριστοκρατίας και σε παλάτια -συχνά την αποκαλούσαν «η τυφλή γητεύτρα». To 1783, συνοδευόμενη από τη μητέρα της και τον οικογενειακό φίλο -και πιθανολογούμενο σύντροφό της στη ζωή- , λιμπρετίστα Γιόχαν Ρίντινγκερ ο οποίος επρόκειτο να γίνει και δικός της λιμπρετίστας -διότι η Μαρία Τερέζια συνέθεσε και όπερες!-, ξεκίνησε μία μεγάλη περιοδεία που κράτησε τρία χρόνια και την έκανε γνωστή στην Ευρώπη: Λιντς, Σάλτσμπουργκ, Φρανκφούρτη, Βόννη, Στουτγκάρδη, Μανχάιμ, Μόναχο, Βέρνη, Γενεύη, Λυόν, Παρίσι -μεγάλη η επιτυχία της, δεκατέσσερις εμφανίσεις πραγματοποίησε εκεί-, Λονδίνο, Βρυξέλλες, Άμστερνταμ, Αμβούργο, Βερολίνο,
Πράγα… Στη διάρκεια της περιοδείας αυτής άρχισε και να συνθέτει, με βασικότερο καρπό έναν κύκλο τραγουδιών, από τα οποία το «Πρωινό τραγούδι ενός φτωχού», με διακριτά τα χαρακτηριστικά του κινήματος «Καταιγίδα και Ορμή» που φούντωσε εκείνη την εποχή στον γερμανόφωνο χώρο ως προάγγελος του ρομαντισμού, έγινε το πιο γνωστό της.
Γυρίζοντας από την περιοδεία το ενδιαφέρον της επικεντρώθηκε στη σύνθεση. Ανάμεσα στο 1786 και στο 1797 συνέθεσε πέντε όπερες -που οι τρεις, τουλάχιστον, ανέβηκαν στη σκηνή-, δύο κοντσέρτα για πιάνο, τρεις καντάτες -η μία αφιερωμένη στη μνήμη του καρατομημένου από την Επανάσταση του 1789 Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ της Γαλλίας, ο οποίος είχε παντρευτεί την κόρη της Μαρίας Θηρεσίας, την, επίσης καρατομημένη, Μαρία Αντουανέτα- και άλλα έργα από τα οποία έχουν, τα περισσότερα, χαθεί -δεν κατατάχτηκε, βλέπετε, η Μαρία Τερέζια φον Παραντίς στους μείζονες συνθέτες της εποχής της, φυσικό, ήταν γυναίκα.

Απογοητευμένη από την αποτυχία της όπεράς της «Ρινάλντο και Αλτσίνα», το 1797, στην Πράγα, περιόρισε τη συνθετική της δραστηριότητα και το 1808 ίδρυσε στην Βιέννη δική της μουσική σχολή για νέες, στην οποία αφοσιώθηκε μέχρι το θάνατό της, το 1824. Από το1809, μάλιστα, οι μαθήτριές της έδιναν, μετά πολλών επαίνων, τακτικές δημόσιες συναυλίες. Η φον Παραντίς ενδιαφέρθηκε, όμως, και για την εκπαίδευση των τυφλών και βοήθησε στην ίδρυση της πρώτης μείζονος σχολής για τυφλούς στο Παρίσι.
Η θέση του τάφου της στο κοιμητήριο του Αγίου Μάρκου στην Βιέννη παραμένει άγνωστη. Όπως και του Μότσαρτ, στο ίδιο νεκροταφείο.

Η Μαρία Τερέζια -Ρέζι για τους δικούς της- είχε υποβληθεί, όταν ήταν νέα, σε διάφορες θεραπείες για την επαναφορά της όρασής της. Προς το τέλος του 1776 και μέχρι το μέσον, περίπου, του 1777 οι γονείς της την εμπιστεύτηκαν στον πρωτοπόρο για την εποχή του γερμανό γιατρό Φραντς Άντον Μέσμερ που εφάρμοζε μία δική του μέθοδο, με βάση τη λειτουργία των μαγνητικών πεδίων, την οποία ονόμαζε «ζωικό μαγνητισμό». Τα πρώτα αποτελέσματα ήταν θεαματικά: η Ρέζι άρχισε να βλέπει. Αλλά, παράλληλα, άρχισε να βλέπει τη δεξιότητά της στο πιάνο να αμβλύνεται. Υπό την απειλή 
να ακυρωθεί το επίδομα της Μαρίας Θηρεσίας, οι αυταρχικοί γονείς της, παρά τη θέλησή της, διακόπτουν τη θεραπεία και την αποκόβουν από τον Μέσμερ. Η 18χρονη, τότε, κοπέλα θα επανέλθει στο σκοτάδι της και στην καριέρα της ενώ οι Βιεννέζοι κατηγορούν για τσαρλατάνο τον Μέσμερ που φεύγει από την Βιέννη. Αυτή, ακριβώς, την περίοδο στη ζωή της Μαρία Τερέζια φον Παραντίς πραγματεύεται η ταινία της Αυστριακής Μπάρμπαρα Άλμπερτ -στον επώνυμο ρόλο η Ρουμάνα Μαρία Ντράγκους. Ο μεσμερισμός -η επίδραση του αμφισβητούμενου Μέσμερ- κράτησε μέχρι το μέσον του επόμενου -19ου- αιώνα, οπότε και εξελίχθηκε στη θεραπεία με ύπνωση. Έτσι επιβεβαιώθηκε η σημασία του αυστριακού γιατρού στην πρόοδο της ιατρικής. Πολύ αργά για εκείνον. Είχε πεθάνει το 1815.

*Ευχαριστώ για τη βοήθεια τον μουσικολόγο, κριτικό μουσικής της «Καθημερινής» Νίκο Α. Δοντά.

December 2, 2017

Κωνσταντίνος Παπαχρόνης: εννιά χρόνια μετά..



Επειδή, χάρη στο σκηνοθέτη του Νίκο Μαστοράκη, τον θυμηθήκαμε για τα καλά τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη, σήμερα, εννιά χρόνια μετά τη μέρα που την έκανε με τη μηχανή του, θυμήθηκα κι εγώ δυο κομμάτια που χα γράψει κι ένα που αντέγραψα εκείνες τις σκληρές μέρες του Δεκέμβρη στα «Νέα». Και τα αναρτώ. Στη μνήμη του. Για να τον θυμηθούμε καλύτερα.





Το ελληνικό θέατρο έχασε χτες τα ξημερώματα ένα από τα αγκωνάρια εκείνα, τα γερά, τα λίγα, που όλα έδειχναν πως θα το στήριζαν αποφασιστικά στο μέλλον -μία από τις Μεγάλες Ελπίδες του. Μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει πως οι γονείς του, τα αδέλφια του, οι άνθρωποί του έχασαν έναν πολύ -πάρα πολύ…- νέο άνθρωπο. Ένα παιδί εξαιρετικό, με Ήθος σπάνιο. Ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Παπαχρόνης σκοτώθηκε στο Σύνταγμα, Αμαλίας και Ξενοφώντος, όταν αυτοκίνητο συγκρούστηκε με τη μηχανή του. Ήταν μόλις στα τριάντα ένα του χρόνια.
Γεννημένος το 1977 στην Αθήνα, ο μεγαλύτερος από πέντε αδέλφια, μεγάλωσε στους Αγίους Αναργύρους. Ο πατέρας του, με ρίζες στην Ξάνθη, καθηγητής βυζαντινής μουσικής, ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του θεσμού των Μουσικών Σχολείων.
Μουσικά ήταν τα βιώματά του και η παιδεία του: βυζαντινή μουσική, κλασική κιθάρα, κιθάρα ηλεκτρική… Η ροκ τον κατέκτησε: ένας ροκάς. Ανοιχτόχρωμος, γαλανός, μακριά μαλλιά, κρικάκια στ’ αυτιά… -φυσιογνωμία εντελώς ιδιαίτερη. Και η νοοτροπία του ροκάδικη ήταν: ελεύθερος, με χιούμορ, ευαίσθητος, μοναχικός, «στον κόσμο του»… Αλλά και με σκέψη συγκροτημένη και ουσιαστική, με λόγο συγκροτημένο, συνειδητοποιημένος… Ένα παιδί με προσωπικότητα.
Το θέατρο τον κέρδισε «κατά λάθος», όπως έλεγε σε συνέντευξη που έδωσε το 2006 στα ΝΕΑ. Απόφοιτος 2000 της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, στο σανίδι τον πρωτοβγάζει η Κάρμεν Ρουγγέρη το 2000/2001 στον «Κουρέα της Σεβίλης» -μία παράσταση για παιδιά. Στη συνέχεια ανεβαίνει στην Θεσσαλονίκη -στο ΚΘΒΕ: «Γλυκιά μου Ίρμα», «Ηρακλής, «Χειμωνιάτικο ταξίδι». Εντυπωσιάζει ως ροκάς σταρ στο «Δόντι του εγκλήματος» του Σέπαρντ. Την επόμενη χρονιά ο ομώνυμος ρόλος στο «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» του δίνει νέα ώθηση: είναι υποψήφιος για το Βραβείο Χορν. Θα περάσει, όπως οι περισσότεροι καλοί της νέας γενιάς, στο «Αμόρε»: «Τέσσερις εικόνες αγάπης», Μπομαρσέ στο «Clavigo» του Γκέτε. Γίνεται ροκάς σταρ και πάλι και για άλλη μια φορά εντυπωσιάζει στο «Hedwig and the Angry Inch» πλάι στην Εβελίνα Παπούλια.
Και μετά έρχεται στη ζωή του το «Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη, ο Νίκος Μαστοράκης που αποδεικνύεται ο σκηνοθέτης που θα καθορίσει τον νεαρό ηθοποιό -έπινε νερό στο όνομά του και ο απαρηγόρητος Μαστοράκης σαν παιδί του τον είχε- και η εκτόξευση. Ο σπαρακτικός Λευτέρης του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη στην Νέα Σκηνή του Εθνικού -υποψηφιότητα και πάλι για το Βραβείο Χορν και Βραβείο Ερμηνείας Πρώτου Ανδρικού Ρόλου από το κοινό στο «Αθηνόραμα»- σημάδεψε το ελληνικό θέατρο και όσους τον είδαν. 
Θα συνεχίσει, μακριά από δημοσιοσχετίστικες παρέες, θεατρικές μαζώξεις και διαπλοκές, με Κάσιο στον «Οθέλο», Σταβρόγκιν στο «Δαίμονες και δαιμονισμένοι», Σταν στο «Ο Δον Ζουάν στο Σόχο». Φέτος ξανασυναντήθηκαν με τον Νίκο Μαστοράκη στο Εθνικό στο «Ξύπνημα της άνοιξης» του Βέντεκιντ. Η χημεία λειτούργησε και πάλι με αποτελέσματα εξαιρετικά λένε όσοι πρόλαβαν να δουν την παράσταση που ανέβηκε στις 13 Νοεμβρίου. Ο Μέλχιορ, όμως, έμελλε να είναι ο έσχατος ρόλος του. Το νήμα κόπηκε άγρια και απότομα -«ο Έλληνας Χιθ Λέτζερ» έλεγε ένας φίλος χτες.
Ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης είχε κάνει επίσης τηλεόραση («Βαθύ κόκκινο», «Σχεδόν ποτέ» «Έτσι ξαφνικά», «Μωβ – ρόζ», «Πάλι απ’ την αρχή») και κινηματογράφο -έπαιξε και στην ταινία των Λάκη Λαζόπουλου-Γιώργου Λάνθιμου «Ο καλύτερός μου φίλος» καθώς και στη βραβευμένη ταινία του Τώνη Λυκουρέση «Σκλάβοι στα δεσμά τους» που δεν προβλήθηκε ακόμα.
Η οικογένειά του, οι φίλοι του, οι άνθρωποι που τον αγάπησαν, το ελληνικό θέατρο που τον θρηνεί αποχαιρετούν με σπαραγμό τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη σήμερα.





Πολύ του ταίριαζε του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη η επιμνημόσυνη δέηση που έψαλαν χτες στην Αγία Ειρήνη μπροστά στη σορό του -ένα λευκό φέρετρο με τζάμι κι εκείνος μέσα όμορφος, ήσυχος, ήμερος, ήρεμος, σα να μη συνέβη τίποτα: μία υπέροχη βυζαντινή χορωδία, ένας ιερωμένος που χοροστάτησε και που στο τέλος μίλησε με βαθιά συγκίνηση, με αλήθεια, με γνώση, μακριά από ιερατικούς στόμφους και κορώνες, κόσμος πολύς -σύσσωμοι οι της νεότερης γενιάς του θεάτρου, με τα μπουφάν τους, με τα σκουλαρικάκια τους, με τους κρίκους τους, με τα αθλητικά τους παπούτσια και αρκετοί απ’ τους παλιότερους-, οι ρημαγμένοι αλλά γεμάτοι αξιοπρέπεια γονείς του -που έχουν χάσει πριν από λίγους μήνες κι άλλο παιδί…-, ο αδελφός του, οι άνθρωποί του, ούτε φωνές, ούτε κοπετοί, πόνος βουβός, βαθύς και δάκρυα που έτρεχαν διακριτικά. Όπως ακριβώς έπαιζε το παιδί αυτό στο θέατρο -βαθιά, εσωτερικά, βυθισμένο στον κόσμο του ρόλου του-, όπως ακριβώς πέρασε από τη ζωή -με διακριτικότητα, με σεμνότητα όχι επίπλαστη, με Ήθος. Ήταν εκεί από τον Γιάννη Χουβαρδά και την Έφη Θεοδώρου του Εθνικού Θεάτρου μέχρι την Ρένη Πιττακή, από τον απαρηγόρητο Νίκο Μαστοράκη -το σκηνοθέτη του στο «Γάλα» και στο «Ξύπνημα της άνοιξης», το φετινό τελευταίο έργο του-, και τον Δημήτρη Καταλειφό μέχρι τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη, από τον Λάκη Λαζόπουλο και τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο μέχρι όλα τα παιδιά που έπαιζαν φέτος μαζί του, μέχρι σπουδαστές δραματικών 
σχολών. Και το χειροκρότημα στο τέλος -το τελευταίο του- ήταν αυτό που του άξιζε: ζεστό, απ’ την καρδιά βγαλμένο. Η γη της Κατερίνης -εκεί που έζησε την εφηβεία του, εκεί που ανακάλυψε το θέατρο, εκεί που ζούνε οι δικοί του- δέχεται σήμερα στην αγκαλιά της το σώμα του Ταλαντούχου αυτού παιδιού. Τα κορμιά γίνονται χώμα και νερό, τα δάκρυα στερεύουν με τον καιρό, ο πόνος μαλακώνει αλλά οι μνήμες, όσο κι αν θολώνουν, δεν σβήνουν. Οι μνήμες μας από τα οκτώ χρόνια του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη στο θέατρο και, πάνω απ’ όλα, ο Λευτέρης του στο «Γάλα» έχουν εγκατασταθεί μέσα μας τόσο γερά που δεν θα φύγουν με τίποτα. 




Γράφτηκε στις 4 Δεκεμβρίου από αναγνώστη της ηλεκτρονικής έκδοσης των «Νέων» με το ψευδώνυμo myst ως σχόλιο στο κομμάτι «Έφυγε πάνω στην άνοιξή του» για το χαμό του ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, που υπέγραφα στις σελίδες μας στις 3 Δεκεμβρίου. Το αντιγράφω με συγκίνηση. Αφιερωμένο στον Ταλαντούχο που χάθηκε μια βδομάδα πριν -τα λουλούδια που έχουν εναποθέσει Αμαλίας και Ξενοφώντος, στον τόπο που άφησε την τελευταία του πνοή, μπορεί και να μην έχουν ακόμα ξεραθεί…: «Δεν είναι απλά ότι σαν χώρα χάσαμε έναν ταλαντούχο και πολλά υποσχόμενο καλλιτέχνη. Είναι που σ’ αυτή την χώρα του τσιμέντου και των τσιμεντωμένων μυαλών δεν έχουμε πια ούτε την ικανότητα να αναλογιστούμε ποιες είναι οι καθημερινές μας απώλειες. Απώλειες που ξεκινούν από τους νέους ανθρώπους που πεθαίνουν άδικα στους δρόμους μας καθημερινά, τους πραγματικούς καλλιτέχνες που όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και λιγότεροι,
την αισθητική μας που φθίνει από την ξεφτίλα της τηλεόρασης, την παράδοση μας, την κουλτούρα μας και τον πολιτισμό μας που ανήκουν πια σ’ αυτές των υποανάπτυκτων και μη πολιτισμένων χωρών. Είναι κρίμα που ο θάνατος ενός πραγματικά ταλαντούχου ανθρώπου έγινε ένα ακόμα νέο προς κατανάλωση επί του καναπέως, ένα ακόμα θέμα για κουτσομπολιό κι έτσι πολλοί λίγοι κατάλαβαν ποιο και πόσο είναι το μέγεθος της ζημίας. Τον Κωνσταντίνο τον γνώριζα προσωπικά και πέρα από τα διάφορα εγκώμια που διάβασα αυτές τις μέρες για την υπόσταση του σαν καλλιτέχνη, έχω να πω ότι υπήρξε ένας πραγματικά καλός και αριστοκράτης άνθρωπος (ας κοιτάξουν κάποιοι τι σημαίνει η λέξη αριστοκράτης), ένα πρότυπο γι’ αυτό που θα έπρεπε να είμαστε όλοι οι νεοέλληνες αν δεν είχαμε σαπίσει από μέσα. Θα μου λείψει το κοροϊδευτικό του χαμόγελο που μάλλον του έβγαινε αυθόρμητα από αυτά που έβλεπε γύρω του. Ό,τι και αν ευχήθηκα στους συγγενείς του είναι λίγο. Τι να πεις άλλωστε… Δεν είναι αυτοί που φεύγουν εκείνοι που πονάνε, είναι αυτοί που μένουν πίσω. Πονάνε περισσότερο. Είτε μένουν πίσω κυριολεκτικά, είτε μεταφορικά. Είναι κρίμα που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο πίσω έχουμε πάει πια…».

December 1, 2017

Cine Το Τέταρτο Κουδούνι / «Μανιφέστο» του Γιούλιαν Ρόζεφελντ


Ομορφη. Με σπάνια φινέτσα. Απολύτως γοητευτική. Και τάλαντο. Μεγάλο τάλαντο. Σπάνιο τάλαντο. Εκρηκτικό τάλαντο. Σπουδαία Ηθοποιός. Θεατρίνα. Με μεγάλη γκάμα. Με χιούμορ. Με υπέροχη φωνή. Με άψογη αγωγή του λόγου. Με υπέροχη κίνηση. Που ξέρει να φοράει τα κοστούμια της -και να μην τη φοράνε. Τα έχει, ήδη, αποδείξει όλα αυτά η Κέιτ Μπλάντσετ. Με τους ρόλους της στον κινηματογράφο. Τα έχει αποδείξει με τους ρόλους της στο θέατρο -τι κρίμα να μην την έχουμε δει στην Ελλάδα, πόσο μάλλον όταν στη σκηνή ντεμπουτάρησε παίζοντας, στα 23 της, το 1992, τον επώνυμο ρόλο στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή… Υπάρχει, όμως,

στη φιλμογραφία της και το «Μανιφέστο». Του γερμανού εικαστικού και σκηνοθέτη Γιούλιαν Ρόζεφελντ: μία κινηματογραφική εγκατάσταση (2015) με δεκατρείς οθόνες όπου προβάλλονται δεκατρείς ταινίες, περίπου δεκάλεπτες, αφιερωμένες σε πολιτικά και καλλιτεχνικά μανιφέστα. Από το Κομουνιστικό

Mανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς και το Μανιφέστο του Φουτουρισμού του Μαρινέτι μέχρι τα μανιφέστα του Σουρεαλισμού, του Νταντά, του Σουπρεματισμού, του Κονστρουκτιβισμού, του Σιτουασιονισμού, του «Γαλάζιου Καβαλάρη», της Ποπ Αρτ, του Fluxus, της Εννοιολογικής Τέχνης. του Μινιμαλισμού αλλά και το «Δόγμα 95» των Λαρς φον Τρίερ και Τόμας Βίντερμπερ ή τους Χρυσούς Κανόνες της Κινηματογράφησης του Τζιμ Τζάρμους. Ο Ρόζεφελντ 

έχει συνθέσει δεκατρία κολάζ με αποσπάσματα από τα εξήντα μανιφέστα τα οποία επέλεξε και τα έχει μετατρέψει σε μονολόγους που τους ερμηνεύει, ενδυόμενη πρόσωπα της καθημερινότητας, σε σκηνές καθημερινότητας, η Κέιτ Μπλάντσετ: ένας γέροντας άστεγος αλήτης, μία χρηματίστρια, μία τεχνοκράτισσα, μία ευσεβής νοικοκυρά και μητέρα, μία εργάτρια, μία επιστήμων, μία παρουσιάστρια ειδήσεων, μία ρεπόρτερ, μία μαριονετίστα, μία μεθυσμένη και φτιαγμένη πανκ, μία αριστοκρατική χήρα που εκφωνεί τον επικήδειο του συζύγου της, μία δασκάλα δημοτικού, μία χορογράφος. Τα κείμενα εξαιρετικά μονταρισμένα, τα
γυρίσματα ευφάνταστα, δημιουργικά έως δεξιοτεχνικά έως και άψογα, μαλακά εισαγωγικά τράβελινγκ, οι χώροι και τα σκηνικά καταπληκτικά, η παραγωγή δεν έχει φεισθεί εξόδων, έξοχες ιδέες -κάθε μονόλογος τελειώνει με το κείμενο αδόμενο μετωπικά προς 

την κάμερα, εντελώς μπρεχτικά- αλλά εκείνο που κυριαρχεί -συντριπτικά- είναι οι ερμηνείες της Μπλάντσετ: δεκατρείς ρόλοι και μεταμορφώνεται -διαφορετική σε όλους. Όχι, δεν είναι τα μακιγιάζ, οι περούκες, τα κοστούμια, η αλλαγή στιλ… Είναι που η Ηθοποιός αυτή μεταγγίζει το μεδούλι της σε κάθε τύπο που ερμηνεύει και μετατρέπει τους τύπους αυτούς σε χαρακτήρες 

αξέχαστους. Μέσα σε δέκα λεπτά σε κάθε ταινία και μέσα από κείμενα κόντρα στους ρόλους, που καθόλου δεν τη βοηθούν. Η Κέιτ Μπλάντσετ ενσωματώνει τα «άσχετα» αυτά κείμενα στο πετσί των χαρακτήρων και, με την -πολύ- υψηλή τεχνική που διαθέτει, τους ενσαρκώνει χωρίς να διακρίνεται η τεχνική αυτή ούτε μία στιγμή, αν και μέσα από συνεχή αμείλικτα γκρο πλάνα, αφήνοντας τη συγκίνηση να τρυπώσει αλλά και κρατώντας, παράλληλα, μία απόσταση καθώς τα διυλίζει με το λεπτό, αδιόρατο χιούμορ της. Μία Απόλαυση! Με αποκορύφωμα την, α λα Νατάλια Μακάροβα, Χορογράφο με τη βαριά, ρωσικών
καταβολών προφορά της στα αγγλικά. Μοναδική εμπειρία. Ίσως, το κορυφαίο γεγονός του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών (Φωτογραφία 3: Julian Rosefeldt/ACMI).


(Το κείμενο αναρτήθηκε στο ιστολόγιο με τον τίτλο «Tip: «Μανιφέστο / Κέιτ Μπλάντσετ: η αποθέωση της Θεατρίνας» στις 19 Ιουλίου 2017, με αφορμή την παρουσίαση, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, της κινηματογραφικής εγκατάστασης «Μανιφέστο» του Γιούλιαν Ρόζεφελντ. Τώρα που προβάλλεται στις αίθουσες η -πιο συνεπτυγμένη- κινηματογραφική εκδοχή του «Μανιφέστου», το επαναφέρω με ελάχιστες απαραίτητες διορθώσεις).

November 30, 2017

Cine ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ / «Λαίδη Μάκβεθ» του Ουίλιαμ Ολντρόιντ



Σκηνοθέτης θεάτρου και όπερας ο Βρετανός Ουίλιαμ Όλντρόιντ σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους «Λαίδη Μάκβεθ» (Ενωμένο Βασίλειο, 2016) ακουμπώντας στην κλασική νουβέλα του Ρώσου Νικολάι Σεμιόνοβιτς Λεσκόφ «Η λέδη Μακμπέθ της περιοχής του Μτσενσκ» (1865) -την οποία έχει μεταφέρει στον κινηματογράφο με τον τίτλο «Σιβηριανή λέδη Μακμπέθ» και ο Άντρζεϊ Βάιντα-, διασκευασμένη σε σενάριο από την Άλις Μπερτς που διατηρεί την εποχή αλλά μεταφέρει τη δράση στη βικτοριανή Αγγλία.
Η Κάθριν, όμορφη, σχεδόν έφηβη ακόμη, γεμάτη ζωντάνια, γίνεται αντικείμενο συναλλαγής ανάμεσα στον πατέρα της και ένα μεγιστάνα ανθρακωρυχείων: υποχρεώνεται να παντρευτεί τον πολύ μεγαλύτερό της γιο του, τον Αλεξάντερ. Που αποδεικνύεται φρικτός σύζυγος. Όχι μόνο αδυνατεί να ολοκληρώσει το γάμο -ικανοποιείται, απλώς, με αυνανισμό βλέποντας την Κάθριν γυμνή- αλλά είναι και αντιπαθέστατος, κακότροπος, σκληρός, βίαιος -ένα τέρας. Τέρας κακίας προκύπτει και ο πεθερός της. Της απαγορεύουν να κυκλοφορεί έξω από το μέγαρο στο οποίο μένουν 
και ο Αλεξάντερ φεύγει και εξαφανίζεται χωρίς καμία εξήγηση αφήνοντάς την στα χέρια και στην εξουσία του καταπιεστικού όσο δεν παίρνει πατέρα του, με την καμαριέρα Άννα, πλάι της, να εφαρμόζει την «εθιμοτυπία» και τις διαταγές του αφεντικού της ως 

δεσμοφύλακας. Διότι η Κάθριν σε μία φυλακή ζει, χωρίς κανένα δικαίωμα -οι στενοί, βικτοριανοί κορσέδες της αυτό εκφράζουν. Αλλά η φύση του κοριτσιού επαναστατεί, εκρήγνυται. Γίνεται ερωμένη του Σεμπάστιαν, ενός εργάτη του κτήματος, και στη δίνη

του πάθους χάνει κάθε έλεγχο -δεν νοιάζεται για τίποτα. Δολοφονεί με δηλητήριο τον πεθερό της. Κανείς δεν το αντιλαμβάνεται. Όταν ο σύζυγος γυρίζει αιφνιδιαστικά και την πιάνει με τον εραστή, τον σκοτώνει και τον θάβουν στο δάσος. Κανείς και πάλι δεν το αντιλαμβάνεται γιατί κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι γύρισε. Εκτός από την καμαριέρα που έχει πάρει μυρουδιά τι συμβαίνει αλλά δεν μιλάει γιατί η κυρά της την έχει στο χέρι.
Ξαφνικά, όμως, εμφανίζεται από το πουθενά η Άγκνες, η μητέρα μιας κοπέλας με την οποία ο Αλεξάντερ συζούσε τον καιρό της απουσίας του, αναζητώντας τον. Μαζί της έχει και ένα αγοράκι, το γιο του -η κοπέλα με την οποία, προφανώς, είχε πλήρη ερωτική σχέση, είχε γεννήσει το παιδί του που ο Αλεξάντερ είχε αναγνωρίσει. Μένουν στο σπίτι με μία διεκδικητική, κυριαρχική διάθεση. Ο Σεμπάστιαν που είχε μπει, επίσημα πια, στην κρεβατοκάμαρα της Κάθριν «αποσύρεται» αναγκαστικά. Εκείνη, τότε, θα πνίξει το παιδί με ένα μαξιλάρι. Ο γιατρός εντοπίζει ύποπτα σημάδια στο λαιμό του. Η αστυνομία έρχεται. Ο Σεμπάστιαν σπάει και τα ομολογεί όλα. Η Κάθριν, αδίστακτη πια, αποποιείται κάθε ευθύνη και τον καρφώνει λέγοντας πως αυτός είναι ο δολοφόνος. Είναι η κυρία, είναι ο εργάτης, αποδέχονται, επομένως, τις κατηγορίες και τον συλλαμβάνουν. Η Κάθριν έχει, πλέον, μεταβληθεί σε ένα τέρας, όμοιο με τα τέρατα που κατοικούσαν το μέγαρο αυτό.

Ο Όλντρόιντ έχει οργανώσει -χώροι, κοστούμια, φωτισμοί…- μία ταινία εξαιρετικής αισθητικής, μοντέρνα με τον τρόπο της, όπου τα -υπέροχα- κοστούμια εποχής και οι κορσέδες συνυπάρχουν με αναχρονισμούς -επιλογές έγχρωμων ηθοποιών για ρόλους όπως του Σεμπάστιαν, της Άννας, της Άγκνες…-, με εκρηκτικό αισθησιασμό που τον προωθεί και τον αναδεικνύει η λιτότητα της σκηνοθεσίας και με την Φλόρενς Πιου ιδεώδη φυσιογνωμικά -ένα κεφάλι σαν από βικτοριανό πίνακα- ως Κάθριν, μολονότι, όσο ο 
ρόλος εξελίσσεται και έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις, υποκριτικά παρουσιάζει αδυναμίες. Ο Κόσμο Τζάρβις, βέβαια, ως Σεμπάστιαν, αδυνατεί, κατά τη γνώμη μου, να ανταποκριθεί, στις ανάγκες του ρόλου.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα, πάντως, ταινία, στη γραμμή που επέλεξε η Άντρια Άρνολντ στα πρόσφατα «Ανεμοδαρμένα ύψη».

(Το κείμενο αυτό συμπεριλαμβανόταν στην ανάρτηση με τον τίτλο «Ένα ταξίδι: από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ μέχρι τη χούντα, από το Ζάγκρεμπ και το Καρς μέχρι την πλατεία Αμερικής / 57ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. 2» που ανέβασα στις 22 Νοεμβρίου 2016 και αφορούσε ταινίες που είδα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τώρα που η συγκεκριμένη βγαίνει στις αίθουσες το ανεβάζω και πάλι, με ελάχιστες επεμβάσεις -τις αναγκαίες).