October 10, 2017

Πληρότητα, αυτή η ξεχασμένη…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 10 Οκτω(μ)βρίου 2017 


Φυσικά, αφιερωμένο στην Λούλα Αναγνωστάκη, το σημερινό «Τέταρτο Κουδούνι». Θα ’χα πάρα πολλά να πω. Προτιμώ να μην πω τίποτα. Τα έργα της είναι και παραμένουν βαθιά μέσα στην ψυχή μου.
Πάντα αιθαιροβάμων, θα περίμενα, πάντως -8 Οκτωβρίου έφυγε απ’ τη ζωή, αρχή της θεατρικής σεζόν-, τα κρατικά Θέατρα, τα ΔΗΠΕΘΕ, το «Θέατρο Τέχνης» -η κοιτίδα της-, το Θέατρο «Οδού Κυκλάδων/Λευτέρης Βογιατζής» -όλα τα Θέατρα με κύρος- να τροποποιούσαν, χωρίς να υπολογίσουν την αναστάτωση, το φετινό ρεπερτόριό τους και ν’ ανέβαζαν Λούλα Αναγνωστάκη -με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Θα περίμενα το ελληνικό Θέατρο να κηρύξει Εθνικό Πένθος και να την τιμήσει. Το άξιζε.
Η «Παρέλασή» της, ήδη, παίζεται για δεύτερη σεζόν στην Β΄ Σκηνή του θεάτρου «Οδού Κεφαλληνίας», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου κι Ελένης Στεργίου, απ’ την ομάδα «This Famous Tiny Circus», σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και σε μια πολύ καλή, μάλιστα, παράσταση (φωτογραφία: Χάρης Καλαμπόκης/dvArt), όπως σας έγραφα εδώ, χτες, και για τον Μάιο, ο Μάνος Καρατζογιάννης έχει προγραμματίσει, στον «Σταθμό» του, σε σκηνοθεσία του και με την Νένα Μεντή, το μονόλογό της «Ο ουρανός κατακόκκινος», μαζί με το μονόλογο «Αυτός και το παντελόνι του» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με τον Ηλία Λογοθέτη, σε δίπτυχο με τον τίτλο «Ο ουρανός... και το παντελόνι του», όπως, επίσης, σας έγραψα στο totetartokoudouni.blogspot.com στις 5 Σεπτεμβρίου. Αλλά ειν’ αυτά αρκετά; 



Την κωμωδία του φλορεντινού αναγεννησιακού -θεμελιωτή της πολιτικής επιστήμης και συγγραφέα του κομβικού «Ηγεμόνα»- Νικολό Μακιαβέλι «Ο μανδραγόρας», διασκευασμένη σε indie μιούζικαλ δωματίου, με λιμπρέτο -πάνω σε μετάφραση Τάκη Κονδύλη- του Ανδρέα Τρούσσα και σε μουσική του, ανεβάζει, απ’ τις 25 Νοεμβρίου, στο θεατράκι «Μπιπ» της Χριστίνας Χριστοφή, στην Κυψέλη, σε διασκευή του, ο Δημήτρης Κομνηνός, εναρκτήρια παραγωγή της νεοσύστατης θεατρικής ομάδας «Μαύρο Γάλα» της οποίας ηγείται, κάνοντας μια καινούργια αρχή, μετά το θέατρο «Βικτώρια» που τις τύχες του διαχειρίστηκε επί αρκετά χρόνια, ομάδας της οποίας η ταυτότητα είναι το μουσικό θέατρο.
Στο έργο, που, γραμμένο τη δεκαετία του 1510, πρωτοεκδόθηκε το 1524 και πρωτοπαίχτηκε το 1526, ο συγγραφέας του «επικρίνει τη βλακεία, την ανεπάρκεια αλλά και την υποκρισία των αστών, την προσαρμογή των ανθρώπων της Εκκλησίας στο κλίμα του ‘πάρε – δώσε’, την επιρροή του κλήρου στην κοινωνία και τους θεσμούς, την πονηριά, την επικράτηση των σχεδίων των δολοπλόκων».
Ο «Μανδραγόρας» έχει γίνει ήδη όπερα τρεις φορές -κι απ’ τον Μάριο Καστελνουόβο-Τεντέσκο-, έχει γίνει μιούζικαλ ενώ έχουν γυριστεί και ταινίες βασισμένες στο έργο -και απ’ τον Αλμπέρτο Λατουάντα.
Στην παράσταση του Δημήτρη Κομνηνού τα σκηνικά θα ’ναι της Χριστίνας Κωστέα, τα κοστούμια της Σοφίας Δαμιανίδου, οι χορογραφίες της Κικής Μπάκα, οι φωτισμοί του Ανδρέα Μπέλλη, οι ενορχηστρώσεις του Κώστα Μανίκα κι η μουσική διδασκαλία των Νένης Ζάππα και Βασιλικής Ρόρρη. Στη διανομή, Κωνσταντίνα Αργυροπούλου, Πωλ Ζαχαριάδης, Ιάκωβος Νικηφόρος, Διονύσης Στραβοράβδης, Παναγιώτης Τσουκάτος, Αλέξανδρος Χούντας. Στο πιάνο, η Δήμητρα Αθηναΐδου. 
Στην Ελλάδα ο «Μανδραγόρας» του Μακιαβέλι πρωτοπαρουσιάστηκε τη θεατρική περίοδο 1971/1972, απ’ τη νεοϊδρυμένη, τότε, απ’ την Ελένη Καρπέτα και τον Θανάση Παπαγεωργίου, «Στοά», στο ομώνυμο θέατρο του Ζωγράφου -ήταν η δεύτερη, μόλις, παράστασή τους-, σε σκηνοθεσία του δεύτερου.
Το τελευταίο, μέχρι τώρα, ελληνικό επαγγελματικό ανέβασμα του έργου έγινε το καλοκαίρι του 2012, απ’ τον Παντελή Παπαδόπουλο για το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων. Καταγράφεται και πιο πρόσφατο, στο τέλος της σεζόν 2015/2016, αλλά ερασιτεχνικό: απ’ την Θεατρική Ομάδα Φαρμακοποιών Αθήνας-Πειραιά «Ψυχής Ίαµα», σε σκηνοθεσία Τόνιας Μάνεση, στο θέατρο «Κάτω απ’ τη Γέφυρα». 

Πρέπει να ξεκινήσω να σας υπενθυμίζω τις περσινές -ή και παλαιότερες- παραστάσεις που επαναλαμβάνονται φέτος και που θ’ άξιζε τον κόπο να τις δείτε -έως και που επιβάλλεται να τις δείτε. Γιατί είναι πολλές κι ο χρόνος λίγος.

Ν’ αρχίσω απ’ το έργο του Πολονού Ταντέους Σλομποτζιάνεκ «Η τάξη μας» που παίζεται στο Εθνικό -στην Κεντρική Σκηνή. Με δυο λόγια: είναι συγκλονιστικό. Ο αντισημιτισμός στην προπολεμική Πολονία, που κατέληξε το 1941 σ’ ένα πογκρόμ στο οποίο βασικοί θύτες δεν ήταν οι κατακτητές Ναζί αλλά πολονοί καθολικοί, είναι ένα θέμα που μας αφορά. Άμεσα. Κι η παράσταση 
του Τάκη Τζαμαργιά είναι καθηλωτική. Σας τα ’γραφα εδώ, σε tip, ήδη απ’ τις 28 του περασμένου Μαΐου. Σπεύσατε!



Έκανε και φέτος τον απολογισμό του για τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος που ’χει την καλλιτεχνική διεύθυνσή τους. Ευχαριστημένος -με θετικό πρόσημο» κλπ-,  κι αυτός κι οι συνεργάτες του, απ’ τα αποτελέσματα -τα καλλιτεχνικά και τα ταμειακά. Μίλησαν μάλιστα και για μικρό πλεόνασμα που θα υπάρχει φέτος. Κι έδωσε και αριθμούς ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: σύνολο θεατών 203.211, πωλήσεις εισιτηρίων 167.932, συνολικές εισπράξεις 3.602.534,30 ευρω -και για τα δυο Φεστιβάλ. Αύξηση, λέει.
Καθόλου καλά δεν τα πάω με τους αριθμούς. Ενθυμούμενος, ως παλαιός των ημερών, εκείνο το του Γεωργίου Παπανδρέου -αυτού που τον αποκαλούσαν (τη δεκαετία του ’60, βέβαια, όχι παλαιότερα…) «Γέρο της Δημοκρατίας»- «όταν οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν», εκ πείρας γνωρίζω πως ο καθένας μπορεί να τους μαγειρέψει όπως θέλει -απ’ τον κρατικό προϋπολογισμό μέχρι το λογαριασμό του μπακάλη της γειτονιάς. Κι άντε να κάνεις, εσύ, συγκρίσεις σε ανόμοια. Όταν άλλοι κι άλλης χωρητικότητας ήταν οι χώροι του Φεστιβάλ Αθηνών φέτος, όταν οι φετινές εκδηλώσεις ήταν 34 περισσότερες απ’ τον μέσο όρο των τελευταίων χρόνων…
Αλλά σε κάτι που μου ’κανε εντύπωση θα σταθώ. Σε κάτι που υπογράμμισε στον περσινό απολογισμό του ο καλλιτεχνικός διευθυντής δίνοντας, τότε, τον αριθμό των εισιτηρίων και τις εισπράξεις -και των προηγούμενων τελευταίων Φεστιβάλ, προς σύγκριση- αλλά και την πληρότητα. «Η πληρότητα είναι ο σημαντικότερος δείκτης, καθώς είναι το ποσοστό θέσεων που καλύφθηκαν από τις διαθέσιμες προς πώληση» είπε. Αφού, λοιπόν, τη θεωρεί «τον σημαντικότερο δείκτη», γιατί φέτος παρέλειψε να τη δώσει;
Πάντως θετικότατο θεωρώ ότι παραδέχτηκε αυτό που όλοι επισημάναμε: το πήξιμο του προγράμματος. Και δήλωσε πως για το επόμενο καλοκαίρι θα το αραιώσει. Αμήν, διότι κι εμείς είχαμε πήξει. Όχι μόνον οι δημοσιογράφοι του πολιτιστικού κι οι κριτικοί. Οι φεστιβαλόφιλοι γενικώς.


Το ’χε όνειρο, το ’χε μεράκι, το ’χε σχέδιο ο Στάθης Λιβαθινός: τη σχολή σκηνοθεσίας. Έκανε το πρώτο βήμα, όταν ανέλαβε, επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης Νίκου Κούρκουλου, την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, ιδρύοντας, στο πλαίσιό της, το Εργαστήρι Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας. Τώρα, ως καλλιτεχνικός διευθυντής του, μετά απ’ τις τρικλοποδιές που του ’χε βάλει το προηγούμενο Διοικητικό Συμβούλιο, υλοποιεί, επιτέλους, τ όνειρό του -επίσημα πια: το Τμήμα Σκηνοθεσίας Θεάτρου, η πρώτη επίσημη κρατική
σχολή σκηνοθεσίας στη χώρα μας, ανοίγει πανιά απ’ το έτος 2018/2019, στο πλαίσιο της Δραματικής Σχολής του Εθνικού, η οποία εγκαθίσταται πια στο «Σχολείον της Αθήνας-Ειρήνη Παπά», στην Πειραιώς. 
Το ανάγγειλε ο Στάθης Λιβαθινός, μαζί μ’ ένα πλούσιο ρεπερτόριο για τη φετινή χρονιά κι ένα χορταστικό πλαίσιο διαφόρων άλλων δράσεων, σχεδίων κι έργων υποδομής. Είθε όλα να ευοδωθούν.


Γολγοθάς ο αριθμός των παραστάσεων, σας τα γράφω και σας τα ξαναγράφω, ακόμα πιο Γολγοθάς φέτος, σας τα ’γραφα και στο «Τέταρτο Κουδούνι» την 1 Οκτω(μ)βρίου. Το δελτίο Τύπου για το καινούργιο -Δημήτρης Μυλωνάς και Άννα Ελεφάντη, καλορίζικοι!- «Από Μηχανής», η χαριστική (;) βολή: 24 (είκοσι τέσσερις) παραστάσεις για φέτος συν οκτώ της Θεατρικής Πλατφόρμας που θεσμοθετούν με την καλλιτεχνική διεύθυνση του Αντώνη Κούφαλη = 32 (τριάντα δυο) παραστάσεις!
Ο Θεός να μας λυπηθεί.




Όσο για τους πρώην του «Από Μηχανής», τους «Συν Επί» (Άκις Βλουτής, Νίκος Αναγνωστόπουλος) που γιναν, πια, «οι απέναντι», καθώς μετακόμισαν στο «Μεταξουργείο» της Άννας Βαγενά, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι, μετά την επανάληψη του «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;» του Άλμπι -ΤΟ αριστούργημα του αμερικάνικου θεάτρου του 20ου αιώνα- θ’ ανεβάσουν τον «Χορό του θανάτου» του Στρίντμπεργκ, το αριστουργηματικό έργο του 19ου αιώνα, απ’ το οποίο, σε ευθεία γραμμή, κατάγεται το «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;». Και, μάλιστα, με τον ίδιο σκηνοθέτη -τον Γιώργο Κιμούλη- και με το ίδιο πρωταγωνιστικό ζευγάρι -Άκις Βλουτής και Δήμητρα Χατούπη. Θεατρολογική μελέτη!



Γοητεύτηκα -γοητευτήκαμε- απ την Ντινάρα Αλίεβα, την υπέροχη αζέρα δραματική σοπράνο που τραγούδησε στο γκαλά «La Diva. 40 χρόνια» το οποίο οργάνωσε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με το «Athenaeum» για την 40η επέτειο απ’ το θάνατο της Μαρίας Κάλλας. Και ιδού που η φίλη Χαρά Πετρούνια με τροφοδότησε με φωτογραφία του 2007 -δέκα χρόνια πριν- για να μου θυμίσει το δεύτερο βραβείο (εδώ της το απονέμει ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων Νικήτας Κακλαμάνης) που η Αλίεβα κέρδισε στο διεθνούς βεληνεκούς Grand Prix «Μαρία Κάλλας» το οποίο οργανώνει το ακούραστο «Athenaeum». Δεύτερο βραβείο πριν από δέκα χρόνια, στην πρώτη γραμμή σήμερα!




«Θυμίζω πως η αγγλικανική εκδοχή του χριστιανισμού (τυπικό καθολικό, δόγμα προτεσταντικό) είναι εφεύρημα του Ερρίκου Η', που, αφού είχε δολοφονήσει πολλές πρώην συζύγους, μην μπορώντας να δολοφονήσει τη σύζυγό του πριγκίπισσα της Γαλλίας διακινδυνεύοντας πόλεμο, την έδιωξε για να παντρευτεί την Άννα Μπολέιν (μητέρα της αργότερα μεγάλης Ελισάβετ που θεωρούνταν από το Βατικανό νόθη - αλλά και την Μπολέιν τη δολοφόνησε) και για να το πετύχει έφυγε από τη σκέπη του Πάπα και του Βατικανού» διάβασα σε κριτική έγκυρου κριτικού θεάτρου.
Αλλά ας βάλουμε την ιστορία στη θέση της. Η γυναίκα για την οποία δημιουργήθηκε το θέμα -η πρώτη απ’ τις έξι συζύγους του Ερρίκου Η΄ της Αγγλίας- δεν ήταν «πριγκίπισσα της Γαλλίας» αλλά η Αικατερίνη της Αραγόνας, χήρα του πρωτότοκου αδελφού του, του Αρθούρου, που πέθανε πριν απ’ τον πατέρα τους Ερρίκο Ζ΄, μ’ αποτέλεσμα να χριστεί διάδοχος ο Ερρίκος, ο οποίος την παντρεύτηκε για πολιτικούς λόγους. Και για να τη χωρίσει και να παντρευτεί τη νεαρή Άνα Μπόλεϊν -όχι Μπολέιν- την οποία ερωτεύτηκε, πραξικοπηματικά αποφάσισε, επειδή ο Πάπας δε δεχόταν την ακύρωση του γάμου του,  την απόσχιση της αγγλικής Εκκλησίας απ’ την Καθολική, μ’ αρχηγό της τον ίδιο το βασιλιά. Όντως, τρία χρόνια μετά, δίκασε κι εκτέλεσε την Μπόλεϊν αλλά και μια ακόμη -όχι «πολλές»- απ’ τις επόμενες -κι όχι «προηγούμενες», γιατί προηγούμενες της Αικατερίνης δεν υπήρχαν- συζύγους του, την, πέμπτη στη σειρά, Αικατερίνη Χάουαρντ. 



«Νέα πρωτοβουλία είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης, με στόχο να συνδράμει τη θετική έκβαση της υπόθεσης ‘Αττικόν-Απόλλων’», διαβάζω.
Με τρομάζει αυτό.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

October 9, 2017

Τα άγια των αγίων



Αν μου λέγατε τι θα θελα να κρατήσω απ’ την Λούλα Αναγνωστάκη που αποχαιρετούμε αύριο, θα ’λεγα «όλα». Αν επιμένατε, θα διάλεγα ΑΥΤΟ. Το ’χω φυλαγμένο στα άγια των αγίων μου: φινάλε απ’ την «Νίκη» της (1978). Υπόγειο «Θεάτρου Τέχνης», σκηνοθεσία Κάρολος Κουν. Κι, οπωσδήποτε, με τις φωνές της Ρένης Πιττακή (Βάσω) και της Ηρώς Κυριακάκη (Γριά) -ακόμα την ακούω να διαβάζει το γράμμα. 




ΒΑΣΩ – Άστον. Άστον με το τελευταίο του γράμμα. Αυτό που έγραψε για τον αρραβώνα του Νίκου. Διάβασέ μου το ακόμα, αν θες, άλλη μια φορά και έπειτα θα το σκίσουμε. Πες, πες μου το πως όλα θα σταματήσουν εδώ. Τελειώσαμε μάνα, τελειώσαμε…

(Παύση) 

ΓΡΙΑ (Διαβάζει αργά) – Είμαι καλά και πέστε το στη μάνα να ησυχάσει. Το Σάββατο το βράδυ ακούμε ραδιόφωνο. Την Κυριακή μας λειτουργούν. Άλλαξε ο παπάς και τώρα ήρθε ένα νέος. Είναι ίδιος ο Γιάννης ο Κάντζιος, τον θυμάσαι μάνα που ήτανε συμμαθητής μου στην έκτη; Ο πατέρας του είχε τσαγκαράδικο, μια παράγκα αλλά φαίνεται πως ο Γιάννης πρόκοψε, γιατί μου έστειλε μια κάρτα από την Αμερική και μου γράφει πως είναι πολύ ωραία εκεί που είναι, στο Μαϊάμι. Το δείχνει και η κάρτα του, μια πλαζ με μεγάλα δέντρα και ωραία θάλασσα και γυναίκες που μπανιάρονται με μπικίνια. Αυτά τα μαγιό που είναι σα μη φοράς τίποτα. Χάρηκα για το Νίκο. Τι να του ευχηθώ από δω μέσα, είναι σαν γρουσουζιά. Ας είναι καλά στην υγεία του και να ’ναι ευχαριστημένος εκεί που είσαστε. Του έστειλα κι ένα γλυπτό ξύλινο που έφτιαξα μόνος μου, για την κοπέλα. Το λάβατε; Αχ κακόμοιροι τι περνάτε κι εσείς. Στην ξενιτιά, αλλά κι εγώ σα να ’μαι σε ξενιτιά. Όλοι μας το ίδιο, κι ο Κάντζιος έτσι αισθάνεται μου γράφει, κι ας καλοπερνά. Κάθομαι και συλλογιέμαι και μου φαίνεται πως το σπίτι μας και στο χωριό και στον Πειραιά ήταν μια μαύρη ξενιτιά. Αχ να, τώρα μ’ έπιασε ένα κλάμα -δεν ήθελα να σας το πω που έχετε τις χαρές σας, μα προχτές έγινε κάτι, ένας γελούσε την ώρα της λειτουργίας και λοιπόν για τιμωρία μας πιάσαν όλους και μας ξούρισαν γουλί και αγγίζω το κεφάλι μου και δεν έχω μαλλιά και με παίρνουν τα κλάματα μα δεν κλαίω για μένα παρά θυμήθηκα το Νίκο τότες που τον κούρεψαν σύριζα στο δημοτικό κι ήταν καρναβάλια και τον είχατε φέρει στο επισκεπτήριο ντυμένο Αθανάσιο Διάκο -και τα μαλλιά του ήταν γουλί και μένα με πιάσαν τα γέλια γιατί είχα δει φωτογραφίες τον Αθανάσιο Διάκο με μια μαλλούρα τόση και ο Νίκος παρεξηγήθηκε. Αχ πουτάνες που μ’ αφήσατε εδώ μονάχο -κακούργες εσείς με χαλάσατε! Συγχωρέστε με, με πιάνει το παράπονο. Δεν τα ‘’χω μαζί σας, με κανέναν δεν τα ’χω. Να ’στε καλά κι αν τα βολεύετε εκεί μην ξαναγυρίσετε. Όσο για μένα καλά είμαι, κι έχω συνηθίσει, όσο περνάει ο καιρός, εδώ, και θαρρώ πως άλλος τόπος δεν υπάρχει, σαν να ’μαστε εδώ εμείς στις φυλακές ο κόσμος όλος. Δεν υπάρχει άλλη ζωή παρά μονάχα εμείς εδώ μέσα, οι άλλοι έξω δεν υπάρχουν, δεν υπάρχεις μάνα, το Νίκο τον αφήσαμε κάπου παιδί, τον χάσαμε παιδί, δεν υπάρχει, και ούτε και ο Γιάννης ο Κάντζιος υπάρχει.
 
Σκοτάδι. 

                                  ΤΕΛΟΣ


(Υ.Γ. Για τη φωτογραφία απ την «Νίκη»  που δημοσιεύτηκε στο πολύτιμο περιοδικό «Θεατρικά Τετράδια» της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης» (Θεσσαλονίκη, τεύχος 43) θερμά ευχαριστώ τον Νικηφόρο Παπανδρέου).

Tip: «Η παρέλαση»


Ποίηση ατόφια σε ασφαλή νεανικά χέρια 



Η τύχη τα έφερε έτσι: απόψε να έχω προγραμματίσει να δω στην Β΄ Σκηνή του θεάτρου «Οδού Κεφαλληνίας» την «Παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη. Η Λούλα Αναγνωστάκη το πρωί της ίδιας μέρας μάς είχε αφήσει. Η φόρτιση ήταν μεγάλη. Αλλά είχα αρκετή ψυχραιμία να ξανακούσω το κείμενο -η παράσταση μου το επέτρεψε. Αυτό το διάρκειας 50 λεπτών μονόπρακτο, με τον Άρη και την Ζωή, τα δύο νεαρά αδέλφια -μόνα, εγκλωβισμένα, με 
απόντα τον πατέρα, με απούσα τη μητέρα για την οποία δεν γίνεται λόγος, σε ένα δωμάτιο, κάπου ψηλά, πάνω από μία πλατεία- τα οποία, αντί για την παρέλαση κάποιας εθνικής επετείου που περιμένουν, βρίσκονται να παρακολουθούν από τον φεγγίτη σκηνές βίας των δυνάμεων ασφαλείας και του στρατού κατά του πλήθους και την άγρια εκτέλεση ενός άντρα με σκυλιά που τον κομματιάζουν -μία 
βία που, τελικά, στρέφεται και εναντίον τους-, αυτό το κομμάτι με απόηχους Εμφυλίου δεν έχει κρατήσει ατόφια μόνο την πολιτική του δύναμη αλλά αφήνει να αναδύεται, παρά τις επιδράσεις του θεάτρου του Παραλόγου της εποχής του (1965), επίσης ατόφια, μία συγκίνηση και μία ποίηση υψηλή. Μία ποίηση που χαρακτηρίζει όλο το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη και το κρατάει αξεπέραστο. Το παλλόμενο κείμενο της «Παρέλασης» έπεσε, αυτή τη φορά, σε καλά νεανικά χέρια. Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος και η Ελένη Στεργίου, που συνυπογράφουν τη σκηνοθεσία, καθόλου ξεπερασμένο δεν το θεώρησαν, δεν επιδίωξαν να προβληθούν μέσα από αυτό, το σεβάστηκαν, ένοιωσαν τους παλμούς του, το αφουγκράστηκαν προσεκτικά, το άγγιξαν με τρυφερότητα, βρήκαν τις ανάσες του, βρήκαν την ισορροπία ανάμεσα στις λέξεις και τις παύσεις, βρήκαν την καλύτερη επαφή μεταξύ τους, καθώς ερμηνεύουν οι ίδιοι τους δύο ρόλους, και παραδίδουν μία παράσταση αντάξιά του. Που αξίζει να τη δείτε (Φωτογραφίες: Χάρης Καλαμπόκης, Λάμπρος Ξύτσας, Βασίλης Βαμβακούσης).

ΥΓ. Μετά την παράσταση, τα δύο παιδιά διέκοψαν το χειροκρότημα, ζήτησαν από τον τεχνικό να σβήσει τη μουσική και ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος είπε δύο λόγια καθόλου συμβατικά, καθόλου μελοδραματικά, καθόλου δήθεν, για την Λούλα Αναγνωστάκη. Μίλησε για τη φόρτιση που είχαν απόψε -μεγαλύτερη, προφανώς από τη δική μου…- και στο τέλος, αντί χειροκροτήματος, μας ζήτησε να κάνουμε μία ευχή: στο ελληνικό θέατρο σύντομα να βρεθούν φωνές σαν της Λούλας Αναγνωστάκη.
Φύγαμε σιωπηλοί, πολύ συγκινημένοι και κάνοντας την ευχή που μας ζήτησαν τα παιδιά. Μέσα από την ψυχή μας. Πάντως, αν στο ελληνικό θέατρο, υπάρχουν νέοι άνθρωποι όπως ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος και η Ελένη Στεργίου, ικανοί να αντιμετωπίσουν έτσι τα κείμενα που μας άφησε η Λούλα Αναγνωστάκη παρακαταθήκη, μπορούμε να αισιοδοξούμε. Κι εκείνη να κοιμηθεί ήσυχη.

October 7, 2017

«Ανεμοδαρμένα Ύψη» από Σίμο Κακάλα σε διασκευή Έλενας Μαυρίδου


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση  



Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», το μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ, διασκευασμένο για το θέατρο -για έξι ηθοποιούς «που θα ενσαρκώσουν όλους τους χαρακτήρες κι όλες τις πιθανότητες»- απ την Έλενα Μαυρίδου, ανεβάζει ο Σίμος Κακάλας, στις 9 Φεβρουάριου, με την Εταιρεία Θεάτρου «Χώρος» στο ομώνυμο θέατρό τους του Βοτανικού. Στο ρόλο της Κάθριν, η Δήμητρα Κούζα και στη διανομή, που δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί, επίσης, ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης κι ο Μιχάλης Βαλάσογλου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα υπογράφει η Ράνια Εμμανουηλίδου. 
Στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» («Wuthering Heights»), το γκόθικ μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ, απ’ τα κλασικά της βικτοριανής περιόδου της αγγλικής λογοτεχνίας, η ιστορία πλέκεται σε δυο γειτονικές επαύλεις της κομητείας του Γιόρκσάρ σε διάστημα 30 χρόνων.
Ο κύριος Έρνσο μαζεύει απ’ τους δρόμους του Λίβερπουλ έναν μικρό τσιγγάνο και τον φέρνει στην έπαυλή του «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Τον υιοθετεί, του δίνει τ’ όνομα Χίθκλιφ και τον μεγαλώνει μαζί με τα παιδιά του, τον Χίντλι -που ζηλεύει κι αντιμετωπίζει εχθρικά τον Χίθκλιφ, γι αυτό κι ο πατέρας του τον απομακρύνει στέλνοντάς τον σε κολέγιο- και την Κάθριν.
Η Κάθριν κι ο Χίθκλιφ -στον οποίο, ο Χίντλι που ’χει γυρίσει στο σπίτι του, ύστερα από τρία χρόνια, μετά το θάνατο του πατέρα του, παντρεμένος με την Φράνσις, κύριος πια της έπαυλης, φέρεται σαν σε υπηρέτη- ερωτεύονται. Με πάθος. Η Κάθριν, όμως, τελικά, παντρεύεται τον Έντγκαρ Λίντον, ιδιοκτήτη της γειτονικής έπαυλης «Θράσκρος Γκρέιντζ» -ένας γάμος με τον Χίθκλιφ θα ’ταν ανάρμοστος… Ο Χίθκλιφ ορκίζεται να τους εκδικηθεί όλους, φεύγει απ’ το σπίτι κι εξαφανίζεται.
Εμφανίζεται και πάλι, μετά το γάμο, κι ενώ η Φράνσις έχει πεθάνει πάνω στη γέννα του γιου της Έρτον κι ο Χίντλι έχει γίνει αλκοολικός. Ο Χίθκλιφ που ’χει πια χρήματα -ο Χίντλι του χρωστάει ακόμα και την έπαυλη «Ανεμοδαρμένα Ύψη»- ξελογιάζει την ερωτευμένη μαζί του Ιζαμπέλα, αδερφή του Έντγκαρ, για να τον εκδικηθεί, και την παντρεύεται χωρίς να την αγαπάει.
Στο «Θράσκρος Γκρέιντζ» η Κάθριν πεθαίνει πάνω στη γέννα της κόρης της, της Κάθι. Η Ιζαμπέλα, καθώς ο Χίθκλιφ την κακομεταχειρίζεται, τον εγκαταλείπει λίγο πριν γεννήσει το γιο τους Λίντον. Όταν ο Χίντλι πεθαίνει, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» περνούν στην κυριότητα του Χίθκλιφ που φέρεται στον Έρτον, όπως φερόταν ο πατέρας του, ο Χίντλι, στον ίδιο: σαν υπηρέτη.
Ύστερα από δώδεκα χρόνια, μετά το θάνατο της Ιζαμπέλα, ο Χίθκλιφ παίρνει κοντά του τον ασθενικό και κακομαθημένο γιο τους, τον Λίντον, και καταστρώνει σχέδιο: τον εξαναγκάζει να παντρευτεί την Κάθι, την κόρη της Κάθριν και του Έντγκαρ. Όταν ο Έντγκαρ πεθαίνει, το «Θράσκρος Γκρέιντζ» περιέρχεται, κατά το κληρονομικό δίκαιο της εποχής, στον παντρεμένο με την κόρη του, γιο του Χίθκλιφ, τον Λίντον. Και, μετά και τον δικό του θάνατο, στον πατέρα του, τον Χίθκλιφ. Η Κάθι μένει χήρα και, βασικά, αιχμάλωτή του.
Σιγά-σιγά, όμως, ένας έρωτας φουντώνει ανάμεσά στην Κάθι και στον Έρτον, το γιο του Χίντλι και της Φράνσις, ανάλογος αυτού μεταξύ του Χίθκλιφ και της μητέρας της, της Κάθριν. Με το θάνατο του Χίθκλιφ και την ένωση των δυο νέων που θα μείνουν πια στο «Θράσκρος Γκρέιντζ» κλείνει ο κύκλος του μίσους και της εκδίκησης. Και τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» εγκαταλείπονται.
Το μυθιστόρημα, που η Έμιλι Μπροντέ, η μεσαία απ’ τις τρεις αγγλίδες συγγραφείς αδελφές Μπροντέ -η Σάρλοτ ήταν η πρώτη, η Αν η τρίτη- που και οι τρεις πέθαναν νέες, εξέδωσε, αρχικά με το ψευδώνυμο Έλις Μπελ, το 1847, ένα χρόνο πριν απ’ τον πρόωρο θάνατό της, από φυματίωση, στα τριάντα της χρόνια -και που, μετά το θάνατό της, το επεξεργάστηκε και το επανεξέδωσε, πλήρες, η αδερφή της Σάρλοτ αποκαθιστώντας το πραγματικό όνομα της συγγραφέα-, στη διάρκεια των 170 χρόνων που ’χουν μεσολαβήσει, έχει μεταφερθεί στο θέατρο, έχει γίνει όπερα κι όχι μόνο μια φορά -την πρώτη απ’ τον Μπέρναρντ Χέρμαν-, έχει γίνει μιούζικαλ, έχει γίνει μπαλέτο, έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στον κινηματογράφο -διασημότερες είναι οι ταινίες του Γουίλιαμ  Γουάιλερ  (1939)  με 
Χίθκλιφ τον Λόρενς Ολίβιε και Κάθριν την Μερλ Όμπερον, του Ρόμπερτ Φουστ (1970) με τον Τίμοθι Ντάλτον και την Άννα Κάλντερ-Μάρσαλ, του Πίτερ Κοσμίνσκι (1992) με τον Ρέιφ Φάινς και την Ζουλιέτ Μπινός και -η πιο πρόσφατη-, της Άντρια Άρνολντ (2011) με τον Τζέιμς Χάουσον και την Κάια Σκοντελάριο-, έχει μεταφερθεί στην τηλεόραση, έχει ηχογραφηθεί για το ραδιόφωνο...
Στην Ελλάδα, όπου έχουν κυκλοφορήσει πολλές εκδόσεις -και σε πολλές διαφορετικές μεταφράσεις- του μυθιστορήματος, καταγράφονται τρεις μεταφορές του στο θέατρο. Στις δυο πρώτες η διασκευή ήταν του Κωστή Λειβαδέα κι είχε τον τίτλο «Ο πύργος των καταιγίδων». Την πρώτη παράσταση ανέβασε ο ίδιος το 1961 -δεν εντόπισα άλλα στοιχεία. Η δεύτερη παρουσιάστηκε, σε περιοδεία, τη σεζόν 1962/1963, απ’ το θίασο της Χριστίνας Σύλβα και σε σκηνοθεσία Γιώργου Γιαννίση -διανομή δεν αναφέρεται, προφανώς η Χριστίνα Σύλβα θα ’παιζε την Κάθριν (Κατερίνα στη διασκευή). Η διασκευή Λειβαδέα, σε ραδιοσκηνοθεσία του, ηχογραφήθηκε και για την εκπομπή «Το Θέατρο της Εβδομάδος» του τότε ΕΙΡ με την Ελένη Χατζηαργύρη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη ενώ, αργότερα, το έργο ηχογραφήθηκε, και πάλι για το ΕΙΡ, για την εκπομπή «Το Θέατρο της Τετάρτης», σε διασκευή και ραδιοσκηνοθεσία Γιώργου Γιαννίση, με τον Κώστα Καστανά και την Βέρα Ζαβιτσιάνου.
Την περσινή σεζόν το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, και με τον τίτλο «Ανεμοδαρμένα ύψη», μια καινούργια εκδοχή του μυθιστορήματος για το θέατρο, σε διασκευή και σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού, με Χίθκλιφ τον Γιώργο Γλάστρα και Κάθριν την Μαριάνθη Παντελοπούλου.
Για την καινούργια -απ’ την Έλενα Μαυρίδου- διασκευή, σημειώνεται: «Μια δημιουργία-γυναικεία κατάθεση πάνω σε ζητήματα της ανθρώπινης ψυχής, τοποθετημένη σ’ ένα επιβλητικό και ερημικό περιβάλλον, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή αναφορά με το περιβάλλον του. Μια ταξική όσο και φυλετική σύγκρουση που συμπαρασύρει στην καταστροφή όσους αγγίζει. Το ξένο στοιχείο έρχεται να καταστρέψει κι όχι να μπολιάσει».
Και για τη σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα: «Με έντονη εικονοποιητική διάθεση, χάρη στην εικαστική μελέτη της Ράνιας Εμμανουηλίδου, θα επιχειρηθεί η δημιουργία και η απεικόνιση της σκοτεινής ενστικτώδους πλευράς των χαρακτήρων και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κινούνται».
Η σεζόν στον «Χώρο» θ’ ανοίξει στις 3 Νοεμβρίου με την αμφιλεγόμενη παράσταση «Greek Freak/All Star Game» που ο Σίμος Κακάλας ανέβασε, το καλοκαίρι, για το Φεστιβάλ Αθηνών, στο «Ολύμπια», και την οποία επαναφέρει ξαναδουλεμένη και πιο 

προκλητική με, κατά το ήμισυ, καινούργιο τίτλο: «Greek Freak/Fire and Fury!».
Αξίζει να σημειωθεί πως από 26 Οκτωβρίου και μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
επαναλαμβάνει, στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, τη δική του εκδοχή.
Επομένως τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλι Μπροντέ, τη φετινή σεζόν θα ’χουν δυο εκδοχές για το θέατρο στην ελληνική σκηνή (Φωτογραφίες 1, 2, 6: Γιώργος Καπλανίδης.  Φωτογραφία 9: Τάσος Θώμογλου).

October 6, 2017

Tip: «Όλα θα πάνε καλά (1). Το τέλος του Λουδοβίκου»


Τότε που έκαναν ακόμα επαναστάσεις… ή Ένα μάθημα Ιστορίας καθηλωτικό 



Δεν θα ακούσετε την «Μασαλιώτιδα». Δεν θα ακούσετε ούτε το «Αh Ça Ira» -αν και θα ακούσετε «çα ira» («όλα θα πάνε καλά») εκ στόματος Λουδοβίκου ΙΣΤ΄. Μόνον κάποια σύγχρονα τραγούδια. Δεν θα δείτε καμία tricolore. Αλλά ούτε σημαίες με τα κρίνα των Βουρβόνων. Δεν θα δείτε λαιμητόμους. Δεν θα ακούσετε για κατάληψη της Βαστίλης αλλά για «κατάληψη της φυλακής». Δεν θα ακούσετε για 14η Ιουλίου, αλλά για «τα γεγονότα στις 14».

Δεν θα ακούσετε γνωστά σας από την ιστορία ονόματα -μόνον του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄. Τα υπόλοιπα πρόσωπα αναφέρονται είτε μόνο με τις ιδιότητές τους -«η Βασίλισσα» για την Μαρία Αντουανέτα, «η Αδελφή του Βασιλιά» για την Μαντάμ Ελιζαμπέτ- είτε με ονόματα παρεφθαρμένα -Μιλέρ, ο πρωθυπουργός/υπουργός Οικονομικών του Λουδοβίκου, αντί Νεκ(έ)ρ, στο τηλέφωνο τον

Λουδοβίκο παίρνει, διαμαρτυρόμενος για τα κατά της Εκκλησίας μέτρα της Εθνοσυνέλευσης, τα οποία υπέγραψε, ο Πάπας που είναι, όμως, ο ανύπαρκτος Ιωάννης ΚΣΤ΄… Θα δείτε, πάντως -ή, μάλλον, θα ακούσετε, τα διαδραματιζόμενα εκτός, τα πληροφορούμαστε από «αγγελιαφόρους»-, ένα «ντοκιμαντέρ» πάνω στην Γαλική Επανάσταση του 1789. Ένα ψευδο-ντοκιμαντέρ. 
Το «Όλα θα πάνε καλά (1). Το τέλος του Λουδοβίκου» (2015) που παρουσιάζεται, σε σκηνοθεσία του Ζοέλ Πομρά, από το θίασό του «Λουί Μπρουγιάρ» και σε δραματουργία Mαριόν Μπουντιέ στην «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» του Ιδρύματος Ωνάση, ξετυλίγει, αλλά με τρόπο επινοημένο, το χρονικό της Επανάστασης, από τις παραμονές της και την οικονομική κρίση που ξέσπασε στην Γαλία το 1787 -τα αίτιά της- μέχρι τις παραμονές της «Φυγής της Βαρέν» -της αποτυχημένης απόπειρας της βασιλικής οικογένειας να διαφύγει στο εξωτερικό, απόπειρας που σήμανε και την αρχή του τέλους της. Περνώντας από την προσπάθεια του Λουδοβίκου και του Νεκ(έ)ρ
να εκσυγχρονίσουν το φορολογικό σύστημα, την αντίδραση στα μέτρα της αριστοκρατίας και του κλήρου, την προσχηματική σύγκληση της Συνέλευσης των Τριών Τάξεων -εκλεγμένων εκπροσώπων τους- την οποία οι αριστοκράτες και η Εκκλησία επιδίωξαν για να κερδίσουν χρόνο και την πέτυχαν, Συνέλευση από την οποία αποσχίστηκαν οι αντιπρόσωποι της Τρίτης Τάξης -που, αν και με συντριπτική πλειοψηφία, είχαν τεθεί στο περιθώριο-συγκροτώντας την Εθνοσυνέλευση, τη διαταγή του Λουδοβίκου να τη διαλύσουν και την άρνησή τους, τα βίαια, αιματηρά, άγρια επεισόδια που ξέσπασαν, την αντίδραση της Αυλής, την έκρηξη της Επανάστασης, τον εξαναγκασμό του Λουδοβίκου να αποδεχθεί
την κατάρτιση συντάγματος… Όλα αυτά, όμως, με σύγχρονο τρόπο -συνεντεύξεις Τύπου, τηλεοπτικές αναμεταδόσεις, τηλέφωνα, σέλφις, όλοι με ουδέτερα, που παραπέμπουν στη δεκαετία του ’60, κοστούμια και γραβάτες ή με ταγιέρ κάποιες από τις γυναίκες… Ο Πομρά μετατρέπει την αίθουσα του θεάτρου σε αίθουσα της Εθνοσυνέλευσης, σοφά διασκορπίζοντας τους ηθοποιούς του και εθελοντές ανάμεσα στους θεατές και καθιστά το κοινό συμμέτοχο στις διεργασίες που οδήγησαν στην κήρυξη της Γαλικής Δημοκρατίας αλλά με λόγο σύγχρονο και αναχρονισμούς που κλειδώνουν γερά με τα -προφανώς αντλημένα από την εποχή- κείμενα: η επαναστατική περίοδος, οι αντιφάσεις της, οι λόγοι των ακραίων, οι λόγοι των μετριοπαθών, οι λόγοι των 
συμβιβασμένων, οι λόγοι των αντιδραστικών, οι λόγοι των θιγομένων, οι λόγοι αυτών που υποχωρούν, συμβιβάζονται -υποκριτικά ή με ειλικρίνεια- και υποκύπτουν στις λαϊκές απαιτήσεις σκιαγραφούν ανάγλυφα την εποχή αλλά, ταυτόχρονα, την ξεπερνούν και γίνονται σύγχρονος πολιτικός λόγος. Που μας αφορά άμεσα. Ειδικά η εναρκτήρια «συνέντευξη Τύπου» για τη λήψη αυστηρών φορολογικών μέτρων σκανδαλωδώς θυμίζει οικεία δεινά… Μία παράσταση απολύτως λογοκρατούμενη -άθλος η 
μετάφραση της Λουίζας Μητσάκου στους ελληνικούς υπέρτιτλους-, εκπληκτικά ισορροπημένη, ο Πομρά δεν «σκηνοθετίζει» και δεν εξυπνακίζει ποτέ-, με ευφυέστατα κλεισίματα του ματιού -το επαναλαμβανόμενο «ça ira» («όλα θα πάνε καλά») του, εκτός τόπου και χρόνου, Λουδοβίκου, ενώ η χιονοστιβάδα πρόκειται να τον παρασύρει, ως συνειρμός με το επαναστατικό τραγούδι «Ah Ça Ira», το εκπληκτικό φινάλε στην αίθουσα του σφαιριστηρίου των ανακτόρων των Βερσαλιών, όπου, στο τραπέζι του μπιλιάρδου, την Βασίλισσα και την Αδελφή του Βασιλιά, διαδέχονται, παίρνοντας
τις στέκες στα χέρια τους, πολιτοφύλακες και βαλέδες, ως συνειρμός προς την αίθουσα του Σφαιριστηρίου -το «Jeu de Paume»- στις Βερσαλίες, όπου οι εκπρόσωποι της Τρίτης Τάξης έδωσαν τον αποκαλούμενο «Όρκο του Σφαιριστηρίου» αποφασίζοντας να μη διαλυθεί η Συνέλευση των Τριών Τάξεων πριν καταρτίσει σύνταγμα… Η απόλυτα πειστική  ατμόσφαιρα,  οι 
εξαιρετικοί ρυθμοί -ρολόι- που δεν χάνονται ούτε στιγμή στις τέσσερις ώρες και δέκα λεπτά -ψαχνό- της παράστασης, η απόλυτη λιτότητα του θεάματος -ελάχιστα σκηνικά-, οι, συχνά απέναντι από το κοινό, με τον τρόπο του επικού θεάτρου, φωτισμοί που τυφλώνουν, οι καπνοί, οι υποβλητικοί, απειλητικοί «εξωτερικοί» ήχοι κανονιών και πλήθους, που γίνονται όλο και κοντινότεροι -ένα ρίγος…-, η δυναμική με την οποία δεν παίζουν, δεν υποκρίνονται αλλά «μεταφέρουν λόγο» -επίτευγμα!- οι ηθοποιοί, το χιούμορ που διατρέχει αρκετές σκηνές 

-η έξοδος, για παράδειγμα, «προς το λαό», στο Παρίσι, του άβουλου βασιλιά που σύρεται σε καθυστερημένες αποφάσεις, εκών άκων, από συμβούλους, τη βασίλισσα, την Εθνοσυνέλευση…-, το εξαιρετικά ψαγμένο και ισορροπημένο κείμενο συνιστούν μία παράσταση ιδιαίτερα πολύπλοκη αλλά, όμως, εντελώς λαϊκή και άμεση, με καθηλωτικό αποτέλεσμα. Ο Ζοέλ Πομρά προσφέρει ένα μάθημα Ιστορίας χωρίς παραχωρήσεις, εντελώς αποδραματοποιημένο, όσο δεν παίρνει σημερινό -ένα θέατρο-ντοκουμέντο στην καλύτερη παράδοση του Πίτερ Βάις της «Ανάκρισης». Ένα μάθημα αυστηρό, για το οποίο πρέπει να είστε αποφασισμένοι -ομολογώ ότι αρκετοί θεατές εγκατέλειψαν, ήδη από το πρώτο διάλειμμα. Αυτοί έχασαν. Εμένα, προσωπικά, με συνεπήρε. Και, ενθουσιασμένος, σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Ακράδαντα πιστεύω πως το «Όλα θα πάνε καλά (1). Το τέλος του Λουδοβίκου» του Ζοέλ Πομρά είναι, για το θέατρο του 21ου αιώνα, ό,τι το «1789» (1970) της Αριάν Μνουσκίν για τον 20ο (Φωτογραφίες: Elizabeth Carecchio).

October 4, 2017

Η… «Βασιλική» Επανάσταση έτοιμη να ξεσπάσει


Το Τέταρτο Κουδούνι / 4 Οκτω(μ)βρίου 2017 



«Ρώσικη επανάσταση» απ’ το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στην Θεσσαλονίκη -στο… «Βασιλικό Θέατρο», μάλιστα, ω της ειρωνείας! Το θέμα της παράστασης, ο Τσέζαρις Γκραουζίνις που σκηνοθετεί, η περιέργειά μου για τον τρόπο που το χειρίζεται το θέμα, η φετινή στρογγυλή επέτειος των 100 χρόνων, το 1917 που για μένα, με το 1789, είναι τα δυο κοινωνικά ορόσημα και οδόσημα -συγχωρείστε την αφέλειά μου αλλά συνεχίζω, όταν ακούω την «Μασαλιώτιδα» και τον Ύμνο της «Διεθνούς», να με παίρνουν τα ζουμιά, όχι μόνο γι αυτό που φέρουν αλλά και, αντίστροφα, για όλα όσα επακολούθησαν..., η πρεμιέρα στις 25 Οκτωβρίου, ανήμερα -με το παλιό, έστω, ημερολόγιο- της έκρηξης της Οκτω(μ)βριανής Επανάστασης, το ΚΘΒΕ όπου ο Γιάννης Αναστασάκης κι η Μαρία Τσιμά έχουν ζεστάνει για τα καλά την ατμόσφαιρα, η ιδέα αυτή που πιο πετυχημένη πεθαίνεις -ολ’ αυτά- με κάνουν ν’ ανυπομονώ για τη συγκεκριμένη παράσταση -απ’ την πρώτη στιγμή που ’βγαλα την είδηση στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 25 του περασμένου Φεβρουαρίου.
Οι πρώτες φωτογραφίες του Τάσου Θώμογλου -ειδικά Η φωτογραφία του που αναρτώ και που πιστεύω ότι ανυπερθέτως πρέπει να γίνει η αφίσα της παράστασης- μ’ έχουν κινητοποιήσει ακόμα περισσότερο. Δεν αγαπώ -δηλωμένο παλαιόθεν- ΚΑΘΟΛΟΥ τις πρεμιέρες και την ατμόσφαιρά τους. Αλλά στην πρεμιέρα αυτή θα ’θελα να ’μαι παρών. Μ’ όλα τα ρίσκα…


Πραγματοποιήθηκε, διαβάζω σε δελτίο Τύπου του υπουργείου Πολιτισμού, «το πρώτο βήμα για την εξυγίανση της Καμεράτας». Με συνάντηση στην οποία συμμετείχαν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (σ.σ. δηλαδή;) καθώς και η ελεγκτική εταιρεία που έχει οριστεί από το ΥΠ.ΠΟ.Α, για την πραγματοποίηση λογιστικού και διαχειριστικού ελέγχου στα οικονομικά στοιχεία της Καμεράτας». Κι ανησυχώ. Ώσπου να γίνει και το δεύτερο βήμα. Και τα πολλά ακόμα που θα χρειαστούν…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Σφύζει από ενέργεια και το φετινό πρόγραμμα της «Στέγης». Και τι δεν έχει -ένα, εκτός καλοκαιριού, φεστιβάλ. Κι η αρχή -στο θεατρικό κομμάτι-, τουλάχιστον ερεθιστική.

Δεν είναι μόνον το «Όλα καλά (1). Το τέλος του Λουδοβίκου» του Ζοέλ Πομερά (φωτογραφία: Elizabeth Carecchio) που φτάνει -σήμερα η πρεμιέρα και μέχρι την Κυριακή- φορτωμένο δάφνες και βραβεία «Molière» στην πατρίδα του την Γαλία, με θέμα αντλημένο απ’ την Γαλική Επανάσταση του 1789 (που κατέληξε σ’ έναν Ναπολέοντα -τον Α΄, τον Μεγάλο- και στην παλινόρθωση των Βουρβόνων). Είναι ότι, καπάκι (13 με 22 Οκτω(μ)βρίου), η καλή Σοφία Μαραθάκη ανεβάζει με την ομάδα της «Αtonal» και με την Έλενα Τριανταφυλλοπούλου στη δραματουργία, την παράσταση
«Ουγκό: μια ουτοπία», (φωτογραφία: Σταύρος Χαμπάκης) αντλημένη απ τον Βικτόρ Ουγκό που αγωνίστηκε, μετά την Επανάσταση του 1848, για την Δεύτερη Γαλική Δημοκρατία κι εναντίον του «εκλεγμένου» προέδρου της Λουδοβίκου-Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ανεψιού του Μεγάλου Ναπολέοντα, ο οποίος, πραξικοπηματικά, στη συνέχεια, την ανέτρεψε για να αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτορας ως Ναπολέων Γ΄ («Ναπολέων ο Μικρός» ήταν η προσωνυμία που του χάρισε ο αυτοεξόριστος πια -κι επί χρόνια- Ουγκό).
Μπορείτε, εν ολίγοις να παρακολουθήσετε σφαιρικά, μέσα από ιδιαίτερα, σύγχρονα θεατρικά πρίσματα, πώς μια επανάσταση μπορεί να εκφυλιστεί. Κι αυτό με εισιτήριο από 4 έως, το πολύ, 15 ευρώ για την πρώτη παράσταση, με 5 έως, το πολύ, 12 για τη δεύτερη, και με έκπτωση 20%, αν αγοράσετε εισιτήριο και για τις δυο -μπράβο στην «Στέγη» και για την τιμολογιακή πολιτική της.



«Μια παράσταση σίγουρα με μέλλον» έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 5 Ιουλίου, κλείνοντας το σχόλιο για την -«αντρική»- «Μήδεια» του Δημήτρη Καραντζά, που ’χα δει στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, Την ξανάδα, όπως σας είχα προείπει, στο «Πορεία» -όπου όλο και παρατείνεται διότι ο κόσμος το μυρίστηκε το καλό.
Η γνώμη μου, παρά το ότι το σκηνικό «συμπιέστηκε» αναγκαστικά γιατί, γύρω, υπάρχουν, καλυμμένες βέβαια, οι σκαλωσιές του σκηνικού της «Μεγάλης Χίμαιρας», δεν άλλαξε -ενισχύθηκε προς το καλύτερο: ένα μουσικό κομμάτι, ημιτονίων, τόσο κόντρα στις κραυγές που βγάζει το κείμενο του Ευριπίδη, οι οποίες, όμως, σα να «ωθούνται» προς τα μέσα και, με τον τρόπο αυτό, να ενισχύονται εσωτερικά -σα κάτι να σιγοβράζει κάτω απ’ τους ψιθύρους. Με άψογα όργανα -χωρίς αυτό να υπονοεί ότι οι ηθοποιοί χάνουν την προσωπικότητά τους- τον Γιώργο Γάλλο, τον Χρήστο Λούλη, τον Μιχάλη Σαράντη.
Επαναλαμβάνω: μια παράσταση σίγουρα με μέλλον. Και με τη λέξη «μέλλον» οπωσδήποτε δεν εννοώ, απλώς, μέχρι τις 31 Οκτωβρίου που ανακοινώθηκε ότι θα παίζεται στο «Πορεία». Να με θυμηθείτε.



Γεννημένος στο Λονδίνο από οικογένεια διπλωματών, ο Κώστας Πηλαβάκης σπούδασε στην Ελλάδα, την Αίγυπτο, τις ΗΠΑ και τον Καναδά για να ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του στο artistic management απ’ το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό πρακτορείο του Καναδά, το «David Haber Artists Management» (1976-1979). Διετέλεσε διευθυντής της «Toronto Arts Productions» που διοργάνωσε την πρώτη σειρά συναυλιών και μουσικής δωματίου της πόλης (1979-1981) ενώ στη συνέχεια εργάστηκε για τέσσερα χρόνια ως διευθυντής του Μουσικού Τμήματος του Εθνικού Κέντρου Τεχνών της Οτάβα, το οποίο ήταν υπεύθυνο για τη φιλοξενούμενη ορχήστρα, το καλοκαιρινό φεστιβάλ όπερας κι άλλες μουσικές δράσεις της πρωτεύουσας. Το 1985 έγινε καλλιτεχνικός διαχειριστής (artistic administrator) της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστώνης και του Φεστιβάλ Τάνγκλγουντ, δουλεύοντας στενά με τον μουσικό διευθυντή Σέιτζι Οζάουα, πριν επιστρέψει στην Ευρώπη.
Μεταπήδησε στη βιομηχανία ηχογραφήσεων ως αντιπρόεδρος Καλλιτεχνών και Ρεπερτορίου στην εταιρεία «Philips Classics» που εδρεύει στην Ολλανδία (1989-1997) και, στη συνέχεια, υπηρέτησε ως διεθνής πρόεδρος τριών σημαντικότατων εταιριών, των «Philips Classics», «Deca Music Group» και «EMI Classics» (1997-2009). Το 2010 διορίστηκε ανώτατος αντιπρόεδρος Κλασικών Καλλιτεχνών και Ρεπερτορίου της «Universal Music Group», επιβλέποντας την καλλιτεχνική διεύθυνση των εταιριών «Deutsche Grammophon» και «Deca» σ’ όλο τον κόσμο. Το 2016 έγινε σύμβουλος στην εταιρία «Universal Music», στο τμήμα των Κλασικών Έργων. Επιπροσθέτως, ο Κώστας Πηλαβάκης, που εδρεύει στο Λονδίνο, υπηρετεί ως σύμβουλος σε διάφορα συμβούλια, όπως του Ωδείου του Μπέρμινχαμ, της Διεθνούς Εταιρίας «Μότσαρτ» του Σάλτσμπουργκ, της Ακαδημίας του Φεστιβάλ του Βερμπιέ, του Μουσικού Φεστιβάλ της Ιστάνμπουλ…
Απ’ τις θέσεις αυτές συνεργάστηκε με την πλειονότητα των κορυφαίων κλασσικών καλλιτεχνών της εποχής μας ενώ, ταυτόχρονα, γαλούχησε και προώθησε γενιές νεότερων ταλέντων.
Με τέτοιο βιογραφικό, ο Κώστας Πηλαβάκης είναι ένας γερός άσος στο μανίκι του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, καθότι, πρόσφατα, αποδέχτηκε τη θέση του συμβούλου του σε μουσικά θέματα. Πόσο μάλλον όταν, τα τελευταία χρόνια, το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών στον τομέα της κλασικής μουσικής χωλαίνει.



Δυο απ' τα πράγματα που σιχαινόμουνα -έως μισούσα- να κάνω, τα, σχεδόν, 29 χρόνια που δούλευα στα «Νέα»: όταν μου ανέθεταν να γράψω, κάθε Σεπτέμβριο, «ποιες παραστάσεις αξίζει να δούμε φέτος το χειμώνα» και, την Μεγάλη Βδομάδα, πριν απ’ το Πάσχα, τον «απολογισμό της σεζόν». Παγιωμένα δημοσιογραφικά στάνταρντς, χρονολογούμενα απ’ τη δεκαετία του ’60 -στα «Νέα» ξεκίνησα τον Ιανουάριο του 1984 και σταμάτησα τον Οκτώβριο του 2012, σχεδόν είκοσι εννιά χρόνια-, εντελώς βαρετά και ξεπερασμένα, τα οποία, όμως, όλες, σχεδόν, οι εφημερίδες αναμασούσαν κάθε, μα κάθε χρόνο-«τα θέλουν οι αναγνώστες».
Για το δεύτερο -τον απολογισμό- που, καταρχάς, μ’ ενδιέφερε, διαφωνούσα επειδή η λήξη της χειμερινής σεζόν την Κυριακή των Βαΐων -ειδικά όταν το Πάσχα έπεφτε και νωρίς- είχε πάψει να ισχύει απ’ τη δεκαετία του ’80. Η σεζόν είχε ήδη επεκταθεί και μετά το Πάσχα, όλο τον Μάιο, και φτάνει πια μέχρι το τέλος Ιουνίου. Επομένως, κάθε καταμέτρηση παραστάσεων ήταν αδύνατη έως άστοχη αφήνοντας για το μέλλον λανθασμένα στοιχεία. Όσο για την ποιοτική αποτίμηση πώς να αποκλείσεις τις 20, 30, 50 παραστάσεις που ανέβαιναν μετά το Πάσχα;
Ως προς το πρώτο, ναι, το έβρισκα, ίσως «δημοσιογραφικά ενδιαφέρον», γιατί ο κόσμος που βλέπει θέατρο θέλει έναν αρχικό μπούσουλα. Αλλά πώς να επιλέξεις, εκ των προτέρων, τις παραστάσεις που ΘΑ αξίζουν; Σαφώς υπάρχουν σκηνοθέτες, σαφώς υπάρχουν σχήματα, σαφώς υπάρχουν ηθοποιοί, σαφώς υπάρχουν συγγραφείς που προσφέρουν τα εχέγγυα για ένα σοβαρό παραστασιακό αποτέλεσμα. Αλλά να βάλεις μέσα μόνον αυτούς; Σαφώς υπάρχουν κι οι μετριότητες που ξέρεις, εκ των προτέρων, πως, ό,τι και ν’ ανεβάσουν, το αποτέλεσμα, αν δεν βλέπεται, σίγουρα δε θα ξεπερνάει τον μέσο όρο, όσο κι αν έχουν τα φερέφωνά τους που, έτσι κι αλλιώς, θεούς τους ανακηρύσσουν. Αλλά, αν απ’ τις καινούργιες ομάδες, απ’ τους νέους προκύψει κάτι πολύ καλό; Πώς μπορείς εκ των προτέρων να το ξέρεις;
Στην πρώτη περίπτωση, λοιπόν, αγωνιζόμουν να το τραβήξω το «απολογιστικό» προς το πραγματικό τέλος τη σεζόν. Στη δεύτερη αναζητούσα, σβεϊκικά, οδούς διαφυγής: «Γιατί δεν κάνουμε ένα κομμάτι για τις επαναλήψεις που τις έχουμε δει και τις ξέρουμε; Ή ένα για τους κλασικούς της σεζόν; Ή ένα για τους πέντε Πίντερ που θα παιχτούν φέτος; Ή για τους έξι φετινούς Τσέχοφ;» Άλλοτε έπιανε, άλλοτε συρόμουν σ’ «αυτές που αξίζει να δούμε»…
Σήμερα τα πράγματα, με τον πληθωρισμό -τις παραστάσεις που ’χουν φτάσει, τη σεζόν, τις 1000; Τις 1500; Ποιος ξέρει πια…-, οι επιλογές έχουν γίνει πολύ πιο στριμόκωλες. Κι εντούτοις συνεχίζω να διαβάζω για «40 παραστάσεις που αξίζει να δείτε», για «30 αναμενόμενες παραστάσεις για το χειμώνα», για, για… Χαρά στο κουράγιο τους αυτών που τα γράφουν. 





«Κοριολανός» του Σέξπιρ στο Ηρώδειο, το 1985, με το Βασιλικό Εθνικό Θέατρο και μ’ έναν ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟ ηθοποιό, ονόματι Ίαν ΜακΚέλεν - ευλογημένη εκείνη η ώρα!-, στον επώνυμο ρόλο.

«Χειμωνιάτικο παραμύθι» / «Κιμβελίνος» / «Τρικυμία» -τα τρία τελευταία έργα του Σέξπιρ-, στην Επίδαυρο, το 1988, με το Βασιλικό Εθνικό Θέατρο (ένα έργο τη μέρα επί τριήμερο).

«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, στο Ηρώδειο, το 1993, κι επανάληψη στην Επίδαυρο το 1994, με το θίασό του.

«Άμλετ» του Σέξπιρ, στο Ηρώδειο, το 1994, με το θίασό του και μ’ έναν ΜΕΓΑΛΟ ηθοποιό, τον Στίβεν Ντιλέιν, στον επώνυμο ρόλο.

«Τα έργα του Οιδίποδα» -«Οιδίπους τύραννος» και «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή, σε κοινή παράσταση- στην Επίδαυρο, το 1996, με το θίασό του και μ’ έναν ΜΕΓΑΛΟ ηθοποιό. τον Άλαν Χάουαρντ, στον επώνυμο ρόλο.
«Βάκχες» του Ευριπίδη, στην Επίδαυρο, το 2002, με το θίασό του.
Συν «Ορέστεια» του Αισχύλου (φωτογραφία: Donald Cooper), στην Επίδαυρο, το 1982 , με το Βασιλικό Εθνικό Θέατρο -που δεν την είδα ζωντανή αλλά μαγνητοσκοπημένη (απ’ την ΕΡΤ νομίζω, η οποία σιγά που θα τη μετέδιδε -αν διασώζεται…- μ’ αφορμή το θάνατό του…).

Συν -αυτή λανθάνει- «Ο αρχιμάστορας Σόλνες» του Ίψεν, στην Θεσσαλονίκη, στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στο πλαίσιο των Δημητρίων, το 1995, με το θίασό του και μ’ άλλον έναν ΜΕΓΑΛΟ ηθοποιό, τον Άλαν Μπέιτς, στον επώνυμο ρόλο -παράσταση που, επίσης, δεν έχω δει αλλά την εντόπισα χάρη στην πολύτιμη βοήθεια του Νικηφόρου Παπανδρέου και της Έφης Σταμούλη.
Αυτές ήταν οι παραστάσεις του Πίτερ Χολ -ο οποίος έφυγε απ’ τον κόσμο τούτο στις 11 Σεπτεμβρίου- που ’δαμε στην Ελλάδα. Δεν τις κατατάσσω στις παραστάσεις που μ’ έχουν σημαδέψει. Αλλά είχα σεβαστεί και θαυμάσει τη λιτότητα που ’χε κατακτήσει και τον τρόπο που δίδασκε τους -σπουδαίους- ηθοποιούς τους οποίους διάλεγε για τις διανομές του. Ας είναι αναπαυμένος.



Επανεμφανίζεται στη σκηνή η Πέμη Ζούνη μετά το περσινό-σκανδαλώδες, τηρουμένων των ελληνικών αναλογιών…- «…και Ιουλιέτα» του Άκη Δήμου, που παρουσίασε «σε σκηνοθεσία Ανγκ Λι» και πριν απ’ τη χολιγουντιανή παραγωγή στην οποία θα συμπρωταγωνιστήσει, όπως έχει αναγγείλει. Επανεμφανίζεται ως Γερτρούδη στον «Άμλετ» που ανεβάζει στο «Άνεσις», κρατώντας τον επώνυμο ρόλο, ο Τάσος Ιορδανίδης, σε σκηνοθεσία του Γεωργιανού Λεβάν Τσουλάτζε.
Ομολογώ πως περίμενα κάτι πιο ταιριαστό με τις περιστάσεις (της). Τις «Περιπέτειες του βαρόνου Μινχάουζεν», ας πούμε. Με σκηνοθέτη τον Τέρι Γκίλιαμ. Που, αυτός, τουλάχιστον, το ’χει κάνει και ταινία. Σίγουρα πιο αληθοφανές απ’ τον Ανγκ Λι να σκηνοθετεί Άκη Δήμου…


Ε, ναι, θα μιλήσω. Κι ας γίνω, πάλι, «κακός». Ποιος δε θέλει να βλέπει ή και να ξαναβλέπει ταινίες-σταθμούς. Και μάλιστα σε κόπιες «αποκατεστημένες», κατά τη διαφήμιση. Αλλά αν ξεκινάει να τις δει και το στρωμένο χαλικάκι στο θερινό το σινεμά, το «ποιοτικό», ζέχνει αποπνικτικά απ’ το κατουρλιό των γατιών, αν οι τουαλέτες που πάει στο διάλειμμα αναπνέουν στην απελπισμένη δεκαετία του ’50 και, κυρίως, αν οι προβολές των «αποκατεστημένων» αγγίζουν την καταστροφική αθλιότητα, με πλήρως αλλοιωμένα τα χρώματα και τους φωτισμούς, ε, τότε, λέω, όχι. Ζω στο 2017 κι έχω πια απαιτήσεις. Στοιχειώδεις.
Απορώ, μόνον, που η κινηματογραφική κριτική και το κινηματογραφικό ρεπορτάζ σιωπούν. Κι ανέχονται την κατάσταση. Και την υποθάλπουν. Ρίχνοντας τέσσερα-τέσσερα και πέντε-πέντε τ’ «αστεράκια» χωρίς κανένα σχόλιο για την ταμπακιέρα. Τόση διακριτικότητα πια…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 



Σ’ «ανοιχτή συζήτηση για το Φεστιβάλ που πέρασε και για τον προγραμματισμό του 2018», ήτοι σε συνέντευξη Τύπου, μας καλεί σήμερα το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου κι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Πού; Στο Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, λέει, απέναντι απ’ τα καινούργια γραφεία του Φεστιβάλ, στην Ηπίτου. Σκιάχτηκα. Μα σε κάτι τέτοια κέντρα «δημόσιας υγείας» δεν είναι που περνούν από εξετάσεις οι ιερόδουλοι; Ελπίζω να μη μας εξετάσουν και γιατροί…