June 1, 2017

Μα πώς προλαβαίνουν;


Το Τέταρτο Κουδούνι / 31 Μαΐου 2017
(ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΑΡΙΘΜΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ) 

I have a dream… Ένα είναι τ όνειρο που ’χω πια -καημός δηλαδή: να διαβάσω σε δελτίο Τύπου για επερχόμενο ανέβασμα έργου ότι ανεβαίνει για ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ αριθμό παραστάσεων…



Η -εξαίρετη- Μαρία Καλλιμάνη συμπλήρωσε το πρωταγωνιστικό κουαρτέτο στην -ημιαυτοβιογραφική- «Καινούργια σελίδα» του Νιλ Σάιμον, που θ’ ανεβάσει -σας έγραψα σχετικά εδώ, στο totetartokoudouni.blogspot.com, στις 20 Μαΐου-, το χειμώνα, ο Γιάννης Μόσχος στο -σε καινούργια γραμμή πλεύσης- «Μικρό Γκλόρια». Θα ερμηνεύσει την Τζένι Μαλόν, την -πρόσφατα- ζωντοχήρα ηθοποιό, πλάι στον Ταξιάρχη Χάνο-Τζορτζ Στάινερ, τον -πρόσφατα- χήρο συγγραφέα που, γνωρίζοντάς την σε τυφλό ραντεβού αποφασίζει, χωρίς να το πολυσκεφτεί, να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του. Συμπρωταγωνιστούν, όπως, επίσης, ήδη σας έγραψα, ο -και καλλιτεχνικός διευθυντής πια του «Μικρού Γκλόρια»- Άγγελος Μπούρας κι η Άντρη Θεοδότου.
Το ρόλο της Τζένι Μαλόν -στη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο τον έπαιξε η Μάρσα Μέισον, σύζυγος, τότε, του Νιλ Σάιμον, στην οποία, ακριβώς, είναι βασισμένη η ηρωίδα- έχουν ερμηνεύσει στην Ελλάδα, στα προηγούμενα ανεβάσματα του έργου, η Νόνικα Γαληνέα, η Τζένη Ζαχαροπούλου, η Ζωή Λάσκαρη, η Έλενα Ακρίτα κι η Κάτια Δανδουλάκη.




Το κέρδισε, καθώς φαίνεται, το στοίχημα ο Στάθης Λιβαθινός στις Βριξέλες, με τη βερντιάνικη «Αΐντα» του στην ιστορική όπερα «Λα Μονέ». Πόσο μάλλον όταν ήταν η πρωτιά του στην όπερα, πόσο μάλλον όταν δεν έπαιζε στο γήπεδό του -την Ελλάδα- αλλά στο Βέλγιο, πόσο μάλλον όταν δε σκηνοθέτησε σ’ ένα κάποιο τυχαίο ευρωπαϊκό Θέατρο αλλά στο «Λα Μονέ», πόσο μάλλον όταν η Όπερα «Λα Μονέ» δίνει, αυτόν τον καιρό, τις παραστάσεις της όχι στο ιστορικό της θέατρο, στο οποίο γίνονται ριζικές εργασίες συντήρησης εδώ και δυο χρόνια, αλλά, μέχρι να ολοκληρωθούν, σε ειδικά κατασκευασμένη στέγη με οπωσδήποτε κάποια προβλήματα. Και αυτόπτες μάρτυρες με διαβεβαίωσαν περί αυτού -περί της επιτυχίας- αλλά το επιβεβαιώνουν κι οι κριτικές -τις διάβασα ιδίοις όμμασι: «Με την πρώτη του σκηνοθεσία στην όπερα ο Έλληνας Στάθης Λιβαθινός, χτυπάει γερά […]. Δυναμική και συναρπαστική, αυτή η ‘Αΐντα’ […]» γράφει η «Λε Σουάρ», 
γι «αυτή την υπέροχη παραγωγή του Έλληνα Στάθη Λιβαθινού» μιλάει η «Λε Βιφ», «είναι μια μεγάλη επιτυχία» διαβάζω στο operaforum.com, «πάνω απ’ όλα είναι ένας γνήσιος άνθρωπος του θεάτρου που γνωρίζει τη δύναμη των βλεμμάτων ενός πλήθους» σημειώνει η «La Libre.be», «ο Στάθης Λιβαθινός κερδίζει το στοίχημα που κόβει την ανάσα: να χειραφετηθεί απ’ την κληρονομιά με την οποία η ‘Αΐντα’ είναι φορτωμένη απ’ την κατασκευή της»… Εν ολίγοις, θρίαμβος.

Μήπως πρέπει να τη δούμε κι εδώ αυτή την «Αΐντα» του Λιβαθινού; 




Ανήσυχο πνεύμα ο Κωστής Καλλιβρετάκης. Με τις ρίζες του στη δραματική σχολή των «Μορφών» -στο «Εμπρός»-, με το ’να πόδι, πια, στην Αθήνα, τάλλο στο Βερολίνο, ψάχνεται. Πολιτικά, προσωπικά, καλλιτεχνικά… Και τα αποτελέσματα, ορατά. 
Φέτος ήταν αυτός που ξεχώρισα, πλάι στην Τάνια Τσανακλίδου, στο ρόλο του Άλι, ενός μαροκινού εργάτη που τον ερωτεύεται, στην ξενοφοβική Γερμανία της δεκαετίας του ’70, μια πολύ μεγαλύτερή του χήρα καθαρίστρια και τον παντρεύεται, στο «Ο φόβος τρώει τα σωθικά» του Φασμπίντερ, ανεβασμένο στο «Υπόγειο» του «Θεάτρου Τέχνης» απ’ τον Σίμο Κακάλα.
Κι ύστερα τον είδα στο «104» -πολλά επιτυχημένα στέγασε φέτος- στο μονόλογο «Ο Μορφωμένος»: αφορμή ο στρατιώτης-οδηγός του τανκ που γκρέμισε την πόρτα και εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, στις 17 Νοεμβρίου του ’73. Ο Κωστής Καλλιβρετάκης συνέθεσε, με την Ελένη Τριανταφυλλοπούλου που ’χε αναλάβει και τη δραματουργία, ένα κείμενο ελεύθερο, ανοιχτό - καθόλου ένα χρονικό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου- αντλώντας από προσωπικά βιώματα: ένα μοντέλο, μια μινιατούρα τανκ που το συναρμολογεί επί σκηνής, είναι η αφορμή για να ξετυλιχτεί ο μονόλογος.
Τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο, πολύ νεότερος του ηθοποιού -28χρονος-, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, επίσης ηθοποιός, επίσης καλός, με καλές σπουδές -μόλις έμαθα, ψάχνοντας στο διαδίκτυο, ότι είναι Σερραίος, γιος του, ωσαύτως πολύ καλού, ηθοποιού Χρήστου Μωραΐτη-, που στη σκηνοθεσία πρωτοδοκιμάστηκε. Επιτυχώς. Γιατί το παραστασιακό αποτέλεσμα σε καθήλωνε: άμεσο, ξεκινώντας απ’ το συγκεκριμένο γεγονός της δικής μας ιστορίας, δεξιοτεχνικά ν’ απλώνει τα δίχτυα του στην παγκόσμια βία, μ’ ένα φινάλε δυνατό.
Κι ο Καλλιβρετάκης, ώριμος ηθοποιός πια, άμεσος, με κατακτημένα μέσα, με χιούμορ καυστικό, έδινε μια ερμηνεία -μια βιωματική συζήτηση με τον καθένα θεατή θα ’ταν το πιο σωστό- που σε κρατούσε με αμείωτο το ενδιαφέρον- και σε συγκινούσε. Όταν η παράσταση επαναληφθεί, αν δεν πήγατε, να τη δείτε!




Απόλυτα δεμένη με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο και το «Άττις» του -ταμένη-, η Σοφία Χιλλ: είκοσι ένα ολόκληρα χρόνια αποκλειστικά σε παραστάσεις που φέρουν τη σφραγίδα του ίδιου σκηνοθέτη. Εξαιρετική ηθοποιός, πανέμορφη, αθόρυβη, διακριτική, που εκπέμπει κάτι εντελώς διαφορετικό -μια ευγένεια, ένα Ήθος-, ακολουθώντας, όμως, τη μέθοδό Τερζόπουλου δεν έχει βγει, μέχρι τώρα, απ το κατώφλι του «Άττις» για κάτι διαφορετικό -κι ας της έχουν δοθεί οι ευκαιρίες, όλο πισωγυρίζει. Δεν έχει τολμήσει;
Και φέτος που το τόλμησε -να δουλέψει με τον Θάνο Παπακωνσταντίνου και τους «Helter Skelter» του στο «Colossus», λίγες μέρες πριν απ’ την πρεμιέρα, έκανε πίσω: αποχώρησε «λόγω ενός μικρού θέματος υγείας», όπως ανακοινώθηκε, κι επειγόντως την αντικατέστησε η Μαρία Καλλιμάνη. Λίγες μέρες μετά, έπαιζε, πάντως, την «Ιοκάστη Post Modern» του Γιάννη Κοντραφούρη. Με το «Άττις» και πάλι. Σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου πάντα. Και τώρα έχει μπει στις δοκιμές των «Τρωάδων» του Ευριπίδη. Με το «Άττις» πάντα. Σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Τερζόπουλου πάντα. Πλάι στην Δέσποινα Μπεμπεδέλη-Εκάβη.
Δεν κόβεται ο ομφάλιος λώρος με τίποτα. Βέβαια, ο καθένας, όπως νοιώθει καλύτερα. Απλώς, πολύ θα ’θελα να δω την ηθοποιό αυτή κι «αλλιώς».



Δεν μπόρεσα, δυστυχώς, να πάω αλλά εξαιρετικό βρήκα τα πρόγραμμα της διημερίδας για τον Λευτέρη Βογιατζή, που οργάνωσε το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών κι η «νέα Σκηνή» την οποία ο ίδιος είχε ιδρύσει και που τώρα την κουμαντάρει η Ειρήνη Λεβίδη ως στέγη που φιλοξενεί παραστάσεις πια, προχτές Δευτέρα 29 και χτες Τρίτη 30 Μαΐου (του μήνα που ο Λευτέρης Βογιατζής μας έφυγε, πριν από τέσσερα χρόνια, αφήνοντας ένα κενό, ένα χάσμα που ευθύς δεν εγιόμισ’ άνθη…), στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων» το οποίο φέρει πια και τ’ όνομά του: μια αντιπροσωπευτική, εξαιρετική γκάμα προσώπων που μίλησαν ή συζήτησαν κι ένα τόξο θεμάτων που μέσα σε δυο μέρες κάλυψε τα πάντα περί τον αξέχαστο σκηνοθέτη -αν, βέβαια, μπορούν να καλυφθούν τα πάντα γύρω από έναν τόσο πολυτάλαντο και τόσο ευρέος φάσματος καλλιτέχνη, έναν καλλιτέχνη αναγεννησιακό (Φωτογραφία: Μαριλένα Σταφυλίδου).



Είναι πρωτόλεια η ομαδική σκηνοθετική δουλειά τους πάνω στα ενδιαφέροντα, αν και όχι με τόση θεατρικότητα, κείμενα «Σύντομες συνεντεύξεις με απαίσιους άντρες» του αυτόχειρα αμερικανού συγγραφέα Ντέιβιντ Φόστερ Γουόλας, έξοχα, πάντως, μεταφρασμένα απ’ τον Κ. Αλέξη Αλάτση, που ’χουν ανεβάσει, με σκηνογραφία -πανέμορφοι αυτοί οι μεταλλικοί κύκνοι, οι σκαρφαλωμένοι στην πέργκολα!-, σκηνικά αντικείμενα και κοστούμια του Δήμου Κλιμενώφ, στην Β΄ Σκηνή του «Οδού Κεφαλληνίας». Αλλά έχουν τόσο κέφι, τόσο χιούμορ τα -επιπλέον- υπερταλαντούχα τρία κορίτσια -Σοφία-Μαρία Κικιλίντζια, Σταυρούλα Κοντοπούλου, Ζωή Μυλωνά-, που με κέρδισαν στο τέλος.


Θα σταθώ, όμως, στην Ζωή Μυλωνά. Έχω ξαναγράψει γι αυτήν με μεγάλο ενθουσιασμό. Στο «Τέταρτο Κουδούνι», ήδη απ’ τις 31 Μαΐου 2012, μ’ αφορμή το μονόλογο «Medea Redux» του Νιλ Λα Μπιουτ που ’χε παρουσιάσει στα αγγλικά στο «Πορεία». Ήταν στα 20 της τότε. Ξανάγραψα στο ιστολόγιο στις 15 Οκτωβρίου του 2016, μ’ αφορμή το «Θουκυδίδης δραματικός. Το θέατρο του πολέμου» -σκηνοθεσία του Γιάννη Παναγόπουλου- όπου έπαιζε. Εδώ, όμως, σχημάτισα ολοκληρωμένη γνώμη.
Κόρη του ηθοποιού Αλέξανδρου Μυλωνά και αμερικανίδας μητέρας, εγγονή του βουλευτή και υπουργού -και Πολιτισμού- Γεωργίου Μυλωνά και της γλύπτριας Άλεξ Μυλωνά, δισέγγονη του επίσης βουλευτή και υπουργού Αλέξανδρου Μυλωνά, τρισέγγονη του στρατηγού Παναγιώτη Δαγκλή, συνεργάτη του Ελευθερίου Βενιζέλου και μέλους της τριμελούς Επαναστατικής Προσωρινής Κυβέρνησης στην Θεσσαλονίκη του 1916, αλλά καθόλου ως «κόρη του Μυλωνά» και «γόνος της οικογένειας Μυλωνά» εμφανιζόμενη και προωθούμενη, με γερές σπουδές στις ΗΠΑ όπου και μεγάλωσε, είναι, χωρίς να μακρηγορώ, ένα μεγάλο τάλαντο: ένα γλυκό κοριτσάκι, πολύ μελαχρινό, μικροσκοπικό αλλά με αντιστρόφως ανάλογο τσαγανό, με υπέροχο φωνητικό μέταλλο, με εξαιρετικά «στερεωμένο» λόγο -άξιο θαυμασμού, καθώς έχει μεγαλώσει στην Αμερική-, πανέξυπνη φατσούλα, μουσικός καλή -η ίδια υπέγραφε και έπαιζε τις μουσικές της παράστασης-, που τραγουδάει πολύ καλά, χορεύει πολύ καλά και παίζει με μια σιγουριά, μα με μια σιγουριά -η οποία καθόλου δεν είναι έπαρση- αξιοθαύμαστη. Απορώ πώς την Ζωή Μυλωνά δεν την έχουν προσέξει ακόμα: προορίζεται για καριέρα εξαιρετική, κατά τη γνώμη μου.


Απορώ. Απορώ πολύ. Πώς όχι απλώς τα προλαβαίνουν όλα αυτοί οι νέοι -οι ευνοημένοι- του θεάτρου μας αλλά πώς καταφέρνουν να περάσουν απ’ το ένα στο άλλο έτσι γρήγορα κι εύκολα…
Ο Χάρης Φραγκούλης, ας πούμε. Στα 32 του χρόνια, απόφοιτος 2010 της δραματικής σχολής του Εθνικού -μόλις επτά χρόνια δηλαδή στο θέατρο-, φέτος:
Έπαιξε ρόλο πρωταγωνιστικό στην «Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» του Ζοέλ Πομερά, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, στο «Υπόγειο» του «Θεάτρου Τέχνης» από 9 Νοεμβρίου μέχρι και 15 Ιανουαρίου.
Έπαιξε τον επώνυμο ρόλο στον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου, με σκηνοθέτη τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, στην «Στέγη», από 25 Ιανουαρίου μέχρι και 19 Φεβρουαρίου.
Παίζει τον -επίσης πρωταγωνιστικό- ρόλο του Αρισταίου στην «Οπερέτα», απ’ το έργο του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, στην Σκηνή «Κοτοπούλη» του Εθνικού, από 3 Μαΐου μέχρι 4 Ιουνίου.
Στο ενδιάμεσο σκηνοθέτησε στο «Bios», για την ομάδα «Kursk» της οποίας είναι συνιδρυτής, τον «Λεντς» του Γκέοργκ Μπίχνερ, που ’κανε πρεμιέρα στις 20 Απριλίου.
Τώρα βλέπω τ’ όνομά του, για αύριο, Παρασκευή 2 Ιουνίου, και στη διανομή της δράσης «Μεγάλη Ιδέα» του κύκλου «Συνέβη στην Ελλάδα» που επιμελείται και σκηνοθετεί ο Νίκος Χατζόπουλος στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Κτιρίου Τσίλλερ του Εθνικού.
Κι έχει, ήδη, αρχίσει δοκιμές στο «Θέατρο Τέχνης», με την Μαριάννα Κάλμπαρη, στην «Μήδεια» του Ευριπίδη όπου παίζει Ιάσονα πλάι στην Μαρία Ναυπλιώτου-Μήδεια -η πρεμιέρα στις 22 Ιουλίου στην Δωδώνη, η παράσταση θα παιχτεί στην Επίδαυρο 4 και 5 Αυγούστου.
Πρόβες, πρόβες, πρόβες, ρόλοι, ρόλοι, ρόλοι, σκηνοθεσία…, ε, ναι, απορώ πώς τα καταφέρνουν αυτοί οι νέοι πρωταγωνιστές μας -μιλώ στον πληθυντικό γιατί δεν είναι ο μόνος- να βγουν απ’ τον προηγούμενο ρόλο, να μπουν στον επόμενο, να τον επεξεργαστούν, να κατασταλάξουν, να μπουν στο πετσί του, να βγουν απ’ το πετσί του… Απορώ με την τόση ταχύτητα, με την τόση ευκολία, με την τόση άνεση… Εκείνοι οι έξι κι οι οκτώ μήνες των δοκιμών του Λευτέρη Βογιατζή -όχι ότι το θεωρούσα και το θεωρώ τον μόνο τρόπο- σα να ανήκουν στην προϊστορία, σα να ηχούν ως επιστημονική φαντασία.
Φίλη καλή μού αντέτεινε: «Στο ‘Θέατρο Τέχνης» του ’40 του ’50, του ’60… πώς οι ηθοποιοί του έπαιζαν σε τέσσερα-πέντε έργα τη σεζόν;». Μα, τότε, ο σκηνοθέτης ήταν ένας -ο Κάρολος Κουν-, η ομάδα των ηθοποιών σχεδόν η ίδια, υπήρχε όσμωση, γι αυτό και τα έργα ανέβαιναν γρήγορα. Και δεν έπαιζαν και στα πέντε ρόλους πρωταγωνιστικούς. 





Το χάρηκα στην «Στέγη» το -«ακουστικό», σχεδόν- «Evros Walk Water 1 and 2» του Ντάνιελ Βέτσελ των Ρίμινι Πρότοκολ, στο πλαίσιο του Fast Forward Festival. Και με τα πηγαινέλα μας από θέση σε θέση κι από ακουστικά σε ακουστικά αλλά, κυρίως, μ’ αυτά που άκουγα. Απ’ τους οκτώ ανήλικους πρόσφυγες. Ούτε δάκρυα, ούτε μιζέρια, ούτε «θλιβερές ιστορίες». Η σκληρή, γυμνή αλήθεια σίγουρα εκεί ήταν. Και δεν αποκρυπτόταν -κάθε άλλο. Αλλά δεν ήταν αυτό που κυριαρχούσε στις περιπτώσεις τους στην παράσταση αυτή. Γιατί όχι, όμως, να μη δούμε και την άλλη όψη; Ελπίδες για το αύριο, γέλια, παιχνίδια, πειράγματα, κουβέντες για κορίτσια… Αναθάρρησα. Δεν ξέρω αν και τι είδους μέλλον υπάρχει για τα παιδιά αυτά. Αλλά, εφόσον δεν το ’χουν βάλει κάτω κι αισιοδοξούν, είναι απόλυτα θετικό αυτό. Κι ελπίζω ότι σε καλύτερες μέρες θα τα οδηγήσει (φωτογραφία: Σταύρος Πετρόπουλος).


Εξαιρετικά επιτυχημένη η πρώτη -για τις επόμενες εκλογές- προεκλογική συγκέντρωση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πλατεία Μητροπόλεως, μ’ αφορμή την κηδεία του πατέρα του. Και με το ήθος που άρμοζε (σε προεκλογική συγκέντρωση, όχι σε κηδεία…).

Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Κριτικοί, δημοσιογράφοι που εκτιμώ, φίλοι… -όλοι- ενθουσιασμένοι, θερμό χειροκρότημα απ’ το κοινό… Τι να πω και τι να γράψω τώρα εγώ για την «Οπερέττα» του Νίκου Καραθάνου και του Εθνικού μ’ όλους αυτούς τους καλούς ηθοποιούς και μ’ όλους αυτούς τους πιθήκους -«μια παράσταση με αφορμή την ‘Οπερέττα’ του Βίτολντ Γκομπρόβιτς» όπως προσδιορίζεται στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου- και να μη βρεθώ σε μια θλιβερή μειοψηφία; 


Να ρωτήσω γιατί ο Αρισταίος-Χάρης Φραγκούλης κι ο Φιρουλέ-Μιχάλης Σαράντης πρέπει να σειούνται και να λυγιούνται, με τα χέρια υψωμένα και λυγισμένα στον αγκώνα και τους καρπούς να περιστρέφονται ή γιατί η Γαλήνη Χατζηπασχάλη-Φιορ ν’ αγωνίζεται μη και γκρεμοτσακιστεί απ’ τα Ιμαλάια του σκηνικού στηριζόμενη σε πι και να ξελαρυγγιάζεται -μήπως για να δείξουν την παραλυσία της αριστοκρατικής/αστικής τάξης;- περιττό θα ’ταν -είμαι και μεγάλος πια, αυτό το «θαυμαστό καινούργιο θέατρο» δε μου λέει και πολλά…
Δε θα πω, λοιπόν, (σχεδόν) τίποτα -εξάλλου δεν άκουσα και πολλά πράγματα. Τα ξεφωνητά ήταν; Η κακή ακουστική της Αίθουσας «Μαρίκα Κοτοπούλη» του «Rex» ήταν; Οι μουσικές ήταν που σκέπαζαν τις φωνές; Ήταν το σκηνικό της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου -που πολύ μου θύμισε την ιδέα της ίδιας στην (υπέροχη) «Γκόλφω», του Νίκου Καραθάνου επίσης-, από παπιέ μασέ, που απορροφούσε τις φωνές; (Αφού, επειγόντως σας λέω, έκλεισα, την επομένη, ραντεβού στον ωριλά κι έκανα ακουόγραμμα αλλά πολύ καλό ήταν).
Πάντως κάτι έμαθα που δεν ήξερα μέχρι τώρα -γηράσκω αεί διδασκόμενος- απ’ τη συγκεκριμένη παράσταση -μετάφραση Γιάννης Αστερής, διασκευή Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής. Ότι τα Ιμαλάια απαντούν και στον ενικό: το Ιμαλάιο.


«Γάμησα μια αδερφή, τώρα, μέσα…»: μα αυτό ήταν δημόσια δήλωση παραδοχής! Μα αυτό ήταν coming out, αξιότιμε Κύριε Βουλευτά!
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή

No comments:

Post a Comment