November 30, 2017

Cine ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ / «Λαίδη Μάκβεθ» του Ουίλιαμ Ολντρόιντ



Σκηνοθέτης θεάτρου και όπερας ο Βρετανός Ουίλιαμ Όλντρόιντ σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους «Λαίδη Μάκβεθ» (Ενωμένο Βασίλειο, 2016) ακουμπώντας στην κλασική νουβέλα του Ρώσου Νικολάι Σεμιόνοβιτς Λεσκόφ «Η λέδη Μακμπέθ της περιοχής του Μτσενσκ» (1865) -την οποία έχει μεταφέρει στον κινηματογράφο με τον τίτλο «Σιβηριανή λέδη Μακμπέθ» και ο Άντρζεϊ Βάιντα-, διασκευασμένη σε σενάριο από την Άλις Μπερτς που διατηρεί την εποχή αλλά μεταφέρει τη δράση στη βικτοριανή Αγγλία.
Η Κάθριν, όμορφη, σχεδόν έφηβη ακόμη, γεμάτη ζωντάνια, γίνεται αντικείμενο συναλλαγής ανάμεσα στον πατέρα της και ένα μεγιστάνα ανθρακωρυχείων: υποχρεώνεται να παντρευτεί τον πολύ μεγαλύτερό της γιο του, τον Αλεξάντερ. Που αποδεικνύεται φρικτός σύζυγος. Όχι μόνο αδυνατεί να ολοκληρώσει το γάμο -ικανοποιείται, απλώς, με αυνανισμό βλέποντας την Κάθριν γυμνή- αλλά είναι και αντιπαθέστατος, κακότροπος, σκληρός, βίαιος -ένα τέρας. Τέρας κακίας προκύπτει και ο πεθερός της. Της απαγορεύουν να κυκλοφορεί έξω από το μέγαρο στο οποίο μένουν 
και ο Αλεξάντερ φεύγει και εξαφανίζεται χωρίς καμία εξήγηση αφήνοντάς την στα χέρια και στην εξουσία του καταπιεστικού όσο δεν παίρνει πατέρα του, με την καμαριέρα Άννα, πλάι της, να εφαρμόζει την «εθιμοτυπία» και τις διαταγές του αφεντικού της ως 

δεσμοφύλακας. Διότι η Κάθριν σε μία φυλακή ζει, χωρίς κανένα δικαίωμα -οι στενοί, βικτοριανοί κορσέδες της αυτό εκφράζουν. Αλλά η φύση του κοριτσιού επαναστατεί, εκρήγνυται. Γίνεται ερωμένη του Σεμπάστιαν, ενός εργάτη του κτήματος, και στη δίνη

του πάθους χάνει κάθε έλεγχο -δεν νοιάζεται για τίποτα. Δολοφονεί με δηλητήριο τον πεθερό της. Κανείς δεν το αντιλαμβάνεται. Όταν ο σύζυγος γυρίζει αιφνιδιαστικά και την πιάνει με τον εραστή, τον σκοτώνει και τον θάβουν στο δάσος. Κανείς και πάλι δεν το αντιλαμβάνεται γιατί κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι γύρισε. Εκτός από την καμαριέρα που έχει πάρει μυρουδιά τι συμβαίνει αλλά δεν μιλάει γιατί η κυρά της την έχει στο χέρι.
Ξαφνικά, όμως, εμφανίζεται από το πουθενά η Άγκνες, η μητέρα μιας κοπέλας με την οποία ο Αλεξάντερ συζούσε τον καιρό της απουσίας του, αναζητώντας τον. Μαζί της έχει και ένα αγοράκι, το γιο του -η κοπέλα με την οποία, προφανώς, είχε πλήρη ερωτική σχέση, είχε γεννήσει το παιδί του που ο Αλεξάντερ είχε αναγνωρίσει. Μένουν στο σπίτι με μία διεκδικητική, κυριαρχική διάθεση. Ο Σεμπάστιαν που είχε μπει, επίσημα πια, στην κρεβατοκάμαρα της Κάθριν «αποσύρεται» αναγκαστικά. Εκείνη, τότε, θα πνίξει το παιδί με ένα μαξιλάρι. Ο γιατρός εντοπίζει ύποπτα σημάδια στο λαιμό του. Η αστυνομία έρχεται. Ο Σεμπάστιαν σπάει και τα ομολογεί όλα. Η Κάθριν, αδίστακτη πια, αποποιείται κάθε ευθύνη και τον καρφώνει λέγοντας πως αυτός είναι ο δολοφόνος. Είναι η κυρία, είναι ο εργάτης, αποδέχονται, επομένως, τις κατηγορίες και τον συλλαμβάνουν. Η Κάθριν έχει, πλέον, μεταβληθεί σε ένα τέρας, όμοιο με τα τέρατα που κατοικούσαν το μέγαρο αυτό.

Ο Όλντρόιντ έχει οργανώσει -χώροι, κοστούμια, φωτισμοί…- μία ταινία εξαιρετικής αισθητικής, μοντέρνα με τον τρόπο της, όπου τα -υπέροχα- κοστούμια εποχής και οι κορσέδες συνυπάρχουν με αναχρονισμούς -επιλογές έγχρωμων ηθοποιών για ρόλους όπως του Σεμπάστιαν, της Άννας, της Άγκνες…-, με εκρηκτικό αισθησιασμό που τον προωθεί και τον αναδεικνύει η λιτότητα της σκηνοθεσίας και με την Φλόρενς Πιου ιδεώδη φυσιογνωμικά -ένα κεφάλι σαν από βικτοριανό πίνακα- ως Κάθριν, μολονότι, όσο ο 
ρόλος εξελίσσεται και έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις, υποκριτικά παρουσιάζει αδυναμίες. Ο Κόσμο Τζάρβις, βέβαια, ως Σεμπάστιαν, αδυνατεί, κατά τη γνώμη μου, να ανταποκριθεί, στις ανάγκες του ρόλου.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα, πάντως, ταινία, στη γραμμή που επέλεξε η Άντρια Άρνολντ στα πρόσφατα «Ανεμοδαρμένα ύψη».

(Το κείμενο αυτό συμπεριλαμβανόταν στην ανάρτηση με τον τίτλο «Ένα ταξίδι: από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ μέχρι τη χούντα, από το Ζάγκρεμπ και το Καρς μέχρι την πλατεία Αμερικής / 57ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. 2» που ανέβασα στις 22 Νοεμβρίου 2016 και αφορούσε ταινίες που είδα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τώρα που η συγκεκριμένη βγαίνει στις αίθουσες το ανεβάζω και πάλι, με ελάχιστες επεμβάσεις -τις αναγκαίες).

November 27, 2017

Δεκαοκτώ χρόνια «Το Τέταρτο Κουδούνι» 3. Υπό την σκιάν του Βαγγέλη ή Ο χώρος του «Χώρου» που λέγεται «Χώρος»


Το Τέταρτο Κουδούνι / 27 Νοε(μ)βρίου 2017 
(Οριστικά για λίγες ακόμα αναρτήσεις) 



Το «Greek Freak/All Star Game» που παρουσίασε ο Σίμος Κακάλας με τον «Χώρο» του στο «Ολύμπια», το περασμένο καλοκαίρι, ήταν το «σκάνδαλο» του Φεστιβάλ Αθηνών 2017: προκάλεσε, σοκάρισε, ενόχλησε, πήρε μερικές πολύ κακές «κριτικές κοινού» στo «Αθηνόραμα»… Ο Σίμος Κακάλας, υπεύθυνος για τη σύνθεση και τη σκηνοθεσία, προφανώς το επιδίωξε. Η παράσταση ήταν προβοκατόρικη -τα ’λεγε έξω απ’ τα δόντια. Αθυρόστομη -αριστοφανική-, βιτριολική, σαρκαστική -αλλά και αγρίως αυτοσαρκαστική. Οι περισσότεροι έμειναν σ’ αυτά -δεν έδωσαν μεγάλη προσοχή στο ότι ο Σίμος Κακάλας προσπάθησε χωρίς δηθενισμούς ν’ αναβιώσει το βαριετέ μέσα απ’ τους δρόμους του μπουλουκιού. Του μπουλουκιού που μαζί με τ’ άλλα δυο στηρίγματα-ηθοποιούς του «Χώρου» -την Έλενα Μαυρίδου και την Δήμητρα Κούζα- δεν το μελέτησε απλώς, το βίωσε. Συνειδητά. Επί χρόνια.
Στην παράσταση αυτή επέμεινε κι επιμένει -την πιστεύει. Γι αυτό δεν την άφησε να περάσει μόνο «φεστιβαλικά». Τη μετέφερε στο χώρο που ’χουν διαμορφώσει, σιγά-σιγά, τα τελευταία χρόνια, στον Βοτανικό, σε μια άλλοτε αποθήκη, οι του «Χώρου» και που του χουν δώσει τ όνομα… «Χώρος», ανανεωμένη -reloaded που λέμε στην καθομιλουμένη. Το κάνει πάντα στις παραστάσεις του -με πρώτη, πρώτη την «Γκόλφω» του- που τις δουλεύει ξανά και ξανά και τις επαναφέρει, ο τίτλος ελαφρώς τροποποιήθηκε -«αγρίεψε» θα ’λεγα…- ως προς το δεύτερο σκέλος του -«Greek Freak/Fire and Fury»-, πράγματα κόπηκαν, κείμενα προστέθηκαν, αλλαγές έγιναν, το όλον είναι πιο σφιγμένο, η Έλενα Μαυρίδου προσωρινά, δυστυχώς, απουσιάζει (επί σκηνής) διότι πολύ πρόσφατα έγινε μαμά μιας καλλονής (απ’ τις φωτογραφίες που είδα) κόρης που μπαμπάς της είναι ο Δημήτρης Λάλος -ομορφοοικογένεια- αλλά το ύφος της παράστασης δεν άλλαξε. Παραμένει βλάσφημο, ασεβές,
προκλητικό, το χιούμορ «χοντροκομμένο», χωρίς να θέτει όρια «πολιτικής ορθότητας» -η παράσταση είναι χαρακτηρισμένη ως «αυστηρώς ακατάλληλη για ανηλίκους». Τα αποτελέσματα παραμένουν τα ίδια: ξεκαρδιστικά.
Ο χώρος «Χώρος» του «Χώρου» είναι ζεστός, με μεράκι φτιαγμένος, εξελίξιμος, στη σκηνή έχει στηθεί η όμορφη μπούκα -πάμε, όπως παλιά- του Αντώνη Δαγκλίδη, η φωτογραφία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ως μεγάλου ευεργέτου προφανώς, καθώς είχε εντάξει την παράσταση στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών, πλαισιωμένη, πάντως, εν είδει θυρεού από ασεβές ανάγλυφο, έχει προστεθεί στην κορυφή της και δεσπόζει, οι επί σκηνής ταλαντούχοι Σίμος Κακάλας -ο και τραγουδιστής και ακορντεονίστας της παράστασης, ορχήστρα δεν υπάρχει πια-, 
Δήμητρα Κούζα, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Μιχάλης Βαλάσογλου και Γιώργος Λόξας διατηρούν αμείωτο το κέφι τους -για να μην πω την τρέλα τους-, η επιθεωρησιακού ύφους απεύθυνση στο κοινό διατηρείται, έως και κομμάτι κλασικής -κατά κάποιον τρόπο…- μουσικής έχει προστεθεί.
Να πάτε! Τα παιδιά κάνουν πλάκα. Αλλά η πλάκα αυτή σπάει κόκκαλα. Για να μην πω κάκαλα… (Φωτογραφίες: Karol Jarek). 



Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιμένω να δω την ιψενική «Αγριόπαπια» του Δημήτρη Τάρλοου. Η σταθερή πορεία του «Πορεία» (παραστάσεις, οργάνωση δουλειάς, εξαίρετη ιστοσελίδα, ενημέρωση, ταμείο -όλα λειτουργούν άψογα- αλλά και αντίκρισμα στο κοινό και καλή φήμη στο σινάφι) έχει στεριώσει μέσα μου, εδώ και χρόνια, την πεποίθηση για τη σοβαρότητα, την εγκυρότητα και το υψηλό επίπεδο της δουλειάς που γίνεται εκεί, ανεξαρτήτως αν μου αρέσει ή όχι το εκάστοτε παραστασιακό αποτέλεσμα. Αλλά αυτός ο υπότιτλος με τον οποίο συνδέσανε διαζευκτικά τον τίτλο του έργου -«Η αγριόπαπια ή Η διαλεκτική της μετα-αρετής»- μ’ έχει λιγάκι ανησυχήσει. Ειδικά η πρόθεση «μετά»…(Φωτογραφία: Βάσια Αναγνωστοπούλου).


Τελικά, αυτό, που ’δωσαν πέντε παραστάσεις πέρσι και φέτος θα δώσουν άλλες πέντε να «μεταφράζεται» στα δελτία Τύπου σε «μετά τις sold out περσινές παραστάσεις τους επαναλαμβάνουν το έργο για δεύτερη χρονιά» λίγο υπερβολικό μου φαίνεται, ε;


Είδα να πηγαίνουν τους Μακρόν, όταν ήρθαν στην Αθήνα, στο ΚΠΙΣΝ -καινούργιο κοσκινάκι μου…- για να το θαυμάσουν και θυμήθηκα τα πρώτα χρόνια του Μεγάρου Μουσικής. Που όποιος ξένος πολιτικός 
-πρόεδροι, πρωθυπουργοί…- ερχόταν για επίσημη επίσκεψη, στο Μέγαρο τον πήγαιναν, έστω και απλώς να το δει, ούτε καν σε εκδήλωση, κι έκανε ύστερα δηλώσεις θαυμαστικές για το κτίριο και την ακουστική του. Και μελαγχόλησα. Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνι…
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


Τι να πρωτοπρολάβω να σας προτείνω ή να σας ξαναθυμίσω απ’ τις φετινές επαναλήψεις παραστάσεων;…

Στο «Studio Μαυρομιχάλη» για τρίτη σεζόν, κάθε Παρασκευή, παίζεται, σε δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία Φώτη Μακρή και Κλεοπάτρας Τολόγκου, «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, ως μονόλογος που ερμηνεύει ο Φώτης Μακρής. Αξίζει να πάτε γιατί η δουλειά που ’χει γίνει, πάνω στο εμβληματικό μυθιστόρημα-μπαντιέρα της αναθεωρητικής Αριστεράς, είναι σοβαρή, γερή και, κυρίως, αποτελεσματική-καθηλώνεσαι. Πόσο μάλλον όταν την παράσταση ακολουθεί συζήτηση -κάθε Παρασκευή μ’ έναν διαφορετικό διακεκριμένο και σχετικό με το θέμα καλεσμένο.




Για τρίτη σεζόν παίζεται κι ο μονόλογος του Ρομπέρτο Αταΐτζι «Δεσποινίς Μαργαρίτα». Τα Δευτερότριτα, στο «Ζίνα», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια. Μ ερμηνεύτρια την Έφη Μουρίκη. Είχα γράψει, μεταξύ άλλων, στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 7 Απριλίου 2016, όταν πρωτόδα την παράσταση -στο «Χώρα» τότε: «Με φωνή τσέλο και κίνηση ερπετού, η Έφη Μουρίκη, ενσαρκώνει αυτή την επικίνδυνη δασκάλα, αυτό τον άρρωστο, σεξουαλικά προβληματικό χαρακτήρα, αυτό το τέρας-σύμβολο του συστήματος εξουσίας συ-γκλο-νι-στι-κά. Με φοβερή δύναμη, μ’ όλη την τρέλα που χρειάζεται αλλά και με απόλυτο έλεγχο. Με μεταπτώσεις ιλιγγιώδεις, με χιούμορ, με τεχνική αξιομνημόνευτη. Μια ερμηνεία εξαιρετική. Μην τη χάσετε!» και: «Η Έφη Μουρίκη είναι η καλύτερη μέχρι τώρα Δεσποινίς Μαργαρίτα που ’χω δει». Το εννοούσα. Κι έχω δει, αν δε μου ’χει ξεφύγει κάποια, όλες τις παραστάσεις του μονολόγου αυτού στην Ελλάδα. Συμπεριλαμβανομένης αυτής με την Έλλη Λαμπέτη. Επαναλαμβάνω, λοιπόν: μην τη χάσετε! (Φωτογραφία: Πάτροκλος Σκαφίδας).




Ε, λοιπόν οι δικοί μας, οι τα κινηματογραφικά φέροντες, το καθιέρωσαν: ο Vincent LINdon (Βενσάν ΛΕΝ-ντόν) πολιτογραφήθηκε στην Ελλάδα ως Βενσάν ΛΙΝτόν. Αυτό το in που στα γαλικά προφέρεται εν (έρρινο) κι όχι ιν, το κάλυψε και το έθαψε η άγνοια. Εκτός κι αν το θεωρούν… εξεζητημένο. Αλλά δεν καταλαβαίνω πώς στο VINcent τηρούν τον κανόνα και το μεταγράφουν ως ΒΕΝσάν. Πάλι καλά, βέβαια, διότι έχω δει παλαιότερα τον Vincent και ως Βίνσεντ
Αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Διάβασα τον Robert Hossein μεταγραμμένο όχι ως Ρομπέρ Οσέν αλλά ως Ρομπέρ Χοσεΐν!
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

Είχα διαβάσει προ καιρού στο enikos.gr, απ’ τον Βασίλη Μπουζιώτη, την είδηση ότι ο Απόλλων Παπαθεοχάρης θ’ ανεβάσει στο δεύτερο μισό της χειμερινής σεζόν στην «Σφενδόνη» -με Ρούλα Πατεράκη, Νίκο Κουρή, Λίλα Μπακλέση- την «Αμφιβολία» του Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ, που ’γινε διάσημη απ’ τη μεταφορά της -σε σκηνοθεσία του συγγραφέα
της- στον κινηματογράφο, με δυο σπουδαίους ηθοποιούς, την Μέριλ Στριπ και τον Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν. Να συμπληρώσω ότι το έργο δε μας είναι άγνωστο στην Ελλάδα: πρωτοανέβηκε στο τότε θέατρο «Μέλι» -νυν «Πόλη»- του Γιώργου Χριστοδούλου, με τον ίδιο, Δήμητρα Χατούπη, Νίκη Σερέτη, Ξανθή Γεωργίου, τη σεζόν 2009/2010. Η σκηνοθεσία ήταν του Γιώργου Μιχαηλίδη.


Ήξερα την Νέα Σμύρνη και την Άνω Νέα Σμύρνη. Τώρα όμως είδα και λεωφορείο «Κάτω Νέα Σμύρνη».
Όλος ο κόσμος, μια -άνω, κάτω- σκηνή…




Ο Γάλος Ζοέλ Πομρά για την Γαλική Επανάσταση με το «Ολα θα πάνε καλά (1). Το τέλος του Λουδοβίκου», ο Καναδός -Κεμπεκουά- Ρομπέρ Λεπάζ με το «887» του: δυο σπουδαίες παραστάσεις που ’δαμε φέτος στην «Στέγη». Μου ’λεγε ένας φίλος θεατρόφιλος: «Η δική μας ιστορία; Θα βρεθούν κάπου, κάποτε, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης που θα καταπιαστούν στο θέατρο με τη δική μας ιστορία, μ’ αυτή τη σοβαρότητα, σ’ αυτή την έκταση, με τόση δύναμη;». Συμμερίζομαι το σκεπτικισμό του.


Αυτό πάλι; Που κανείς πια δεν πεθαίνει; Που όλοι «αποβιούν»; Αδύνατον να το χωνέψω. «Απεβίωσε» -«Εστία», ζεις εσύ μας οδηγείς»- διαβάζω πια, λες και το «πέθανε» είναι πρόστυχη λέξη. Όταν δε διαβάζω, σε τέτοιες περιπτώσεις, το «έφυγε»… («Πού πήγε;», έλεγε η Αθηνά Γλυνού, η πρώτη μου προϊσταμένη του Πολιτιστικού στα «Νέα», όταν διάβαζε σε τίτλο το «Έφυγε ο/η…»).
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…


«Μια art-industrial boulevard», «έπειτα από ένα πρώτο brainstorming», «της δημιουργίας ενός cluster», «με το κατάλληλο storytelling», «να εξελιχθεί (σ.σ. και πάλι) σε μια art-industrial boulevard»…: κι oλ’ αυτά σε «editorial» ελληνικού περιοδικού. Και παρακάτω: «theatre preview», και «avant première» και «sci-fi» και «Δυνατά repeat (σ.σ.!!!!) στη σκηνή»…
Ιδού γιατί η «Μαντάμ Σουσού» εκρίθη έργο επίκαιρο και ξανανέβηκε στο «Παλλάς»…

Θέλω να διευκρινίσω, γι άλλη μια φορά, πως ό,τι γράφω στη στήλη αυτή και στο ιστολόγιο, γενικότερα, ειν’ αυτά που ΕΓΩ πιστεύω. Με τα όποια -σωστά, λανθασμένα -δικά μου κριτήρια. Και δε διεκδικούν το αλάθητο του Πάπα. Διάφορα, κατά καιρούς, σχόλια -ή και λίβελοι- που ’χουν δημοσιευτεί εναντίον του totetartokoudouni.blogspot.com και εναντίον μου προσωπικά, με κατευθείαν βολές ή με υπονοούμενα -συχνότατα ομοφοβικά, με…, ιστορικής πια αξίας, «ακλόνητα» σχετικά επιχειρήματα που ποτέ δεν πεθαίνουν αλλά με φερετζέ, συνήθως, δημοκρατικότητας και αντικειμενικότητας- τα γράφω εκεί που τους πρέπει. Διότι αντιπροσωπεύουν αυτούς που τα γράφουν. Και οι οποίοι εξ ιδίων κρίνουν τα αλλότρια, μέσα απ’ τα συμπλέγματά τους. Χωρίς να ’ναι ικανοί να δουν την καμπούρα τους…



Ωχ Θεέ μου, σχώρα με. Κολάζομαι μ’ αυτό το μεσαιωνικό παπαδαριό που ψέγει και ρίχνει μπηχτές και βρίζει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και δηλώνει ότι το προβληματίζουν «έντονα τα τολμηρά ‘ανοίγματα’ του κέντρου της Ορθοδοξίας προς τις ποικιλώνυμες αιρέσεις και παραφυάδες, όπως παπικούς, προτεστάντες, αντιχαλκηδονίους, αγγλικανούς κ.ά.». Τα διαβάζω και νομίζω ότι ζω στο 1054 του Σχίσματος των Εκκλησιών. Μα είναι να μην κλείνεις τη μύτη σου απ’ την μπόχα της μούχλας; Σε πνίγει.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Ε, δεν είναι κι όλα ρόδινα κι εορταστικά -ας προσγειωθούμε. Κλείνω το… εορταστικό τριήμερο για τα 18 χρόνια της στήλης «Το Τέταρτο Κουδούνι» εορταστικά. Μ’ ένα ευχετήριο μέιλ που μου στάλθηκε. Ελαφρώς ανορθόγραφο, ελαφρώς ασύντακτο αλλά εύγλωττο. Και, φυσικά, από ανώνυμο αποστολέα -τον κύριο/κυρία G.X.K.:
«Σαρρηγιαννη είσαι πουθενά κι εσυ και το αθλιο ψευτομπλογκ σου».
Και του χρόνου!

November 26, 2017

Δεκαοκτώ χρόνια «Το Τέταρτο Κουδούνι» 2. Μια πολύ ενδιαφέρον παράσταση μεταξύ κομωδίας και δράματος


Το Τέταρτο Κουδούνι / 26 Νοε(μ)βρίου 2017 
Παρατείνεται για λίγες μόνον αναρτήσεις ακόμη

Ο Τσέχοφ, πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, πιστεύω ότι είναι μουσική -μουσική δωματίου, κι όχι τραγούδι της Μίλβα. Στον Τσέχοφ, πιστεύω, ότι τα πάντα υπονοούνται, αργοσαλεύουν ΚΑΤΩ απ’ την επιφάνεια, σιγοβράζουν σε πολύ χαμηλή φωτιά, οι ήρωες δεν τα «δείχνουν», δεν κραυγάζουν. Στον Τσέχοφ πιστεύω πως τα πρόσωπά του είναι γελοία -όπως, στην τελική, είμαστε όλοι. Αλλά δεν το ξέρουν. Και γι αυτό τα ζούνε τα δράματά τους. Ο Τσέχοφ πιστεύω ότι τους συμπονάει τους ανθρώπους του -μας συμπονάει. Και πιστεύω ότι οι ηθοποιοί που τους υποδύονται είναι λάθος να τους κοροϊδεύουν. Ο Τσέχοφ πιστεύω ότι όταν χαρακτήριζε τα έργα του «κωμωδίες» αυτή τη γελοιότητα εννοούσε. Που, όμως, δεν την έδειχνε φάτσα-φόρα -έντεχνα την έκρυβε. Γι αυτό πιστεύω ότι, κάπου 120 χρόνια μετά, όχι απλώς αντέχει αλλά είναι πιο σύγχρονος κι απ’ τους σύγχρονους. Γιατί μιλάει κατευθείαν στην ψυχή για την ψυχή -ο κορυφαίος γιατρός-ανατόμος στο θέατρο. Τις απόψεις μου αυτές τις πιστεύω ακράδαντα. Είναι το Credo μου -το Πιστεύω μου- για τον Τσέχοφ. Ο «Θείος Βάνιας» του Λευτέρη Βογιατζή ήταν και είναι ο μπούσουλάς μου να καταλάβω τι σημαίνει «κωμωδία» για τον Τσέχοφ κι η σκηνή όπου ο Βάνιας πυροβολεί τον Σερεμπριακόφ αλλά αστοχεί κι ο Βογιατζής-Βάνιας φώναζε εκείνο το γελοίο, το κωμικοτραγικό «μπαμ» του Τσέχοφ, είναι το απόσταγμα της αντίληψης αυτής -ηχεί ακόμα στ αυτιά μου.
Αλλά είμαι ανοιχτός στο σκηνοθέτη που θα το ανατρέψει το συγκεκριμένο «Credo» μου. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Αρκεί να με πείσει. Ο Γιούρι Λιουμπίμοφ με τις, εντελώς έξω απ’ τις αντιλήψεις μου για τον Τσέχοφ, «Τρεις αδελφές» του, με την «Ταγκάνκα» του, μ’ έπεισε. Δε μ’ έπεισε απλώς -με γοήτευσε. Με συνεπήρε. Κι έτρεχα πίσω απ’ την παράσταση, να τη δω και να


την ξαναδώ. Ο «Γλάρος», αντίθετα, του Γιάννη Χουβαρδά, στο Δημοτικό του Πειραιά, επίσης εντελώς έξω απ’ τις αντιλήψεις μου τι σημαίνει Τσέχοφ -καμιά «μουσική» δεν άκουσα, οι ηθοποιοί, που τους περισσότερους εκτιμώ έως και θαυμάζω, έχουν διδαχτεί να κοροϊδεύουν τους ρόλους, τα υπονοούμενα γίνονται ξεφωνητά και ακροβατικά και μπικίνι και σώβρακα…- δε με έπεισε. Καθόλου. Λυπάμαι (Φωτογραφίες: Δημοσθένης Γρίβας).



Αχ… Πάλι… Νάτη πετιέται από ξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει: Η ΛιούμποΒΑ (Μια και ξεκινήσαμε σήμερα από τσεχοφικά ύδατα…). Είχα ξεχαστεί, είχα επαναπαυθεί κάποιο διάστημα -ότι την είχε μάθει το ελληνικό θέατρο την πρωταγωνίστρια του «Βυσσινόκηπου», χρόνια απ τη ζωή μου έχω φάει να το γράφω...-, φρούδες οι ελπίδες μου: νάτο το δελτίο Τύπου με την ΛιούμπΟΒΑ! Ανεπίδεκτος ο Έλληνας… ΛιουμπόΦ Αντρέγιεβνα Ρανιέφσκαγια, παιδιά μου. Άντε, ΛιούμπΑ -το υποκοριστικό. ΛιούμπΟΒΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Μην το λέτε -ακόμα και πρωταγωνίστριες που ’χουν παίξει το ρόλο τις έχω ακούσει να την αποκαλούνε ΛιούμπΟΒΑ. Και, κυρίως, μην το γράφετε. Λιου-μπόΦ, Λιου-μπόΦ. Το ΛιούμπΟΒΑ σας ακούγεται πιο ροσοπρεπές, το ξέρω, το αντιλαμβάνομαι, αλλά, στην τελική, δεν είναι παρά κάτι σαν το «γερμανικό» riha ine, bite.



Και οι δυο γονείς του νεαρού πιανίστα, ηθοποιοί -ηθοποιοί καλοί, τους έχω δει στη σκηνή: ο Γιώργος Γκάτζιος -ο γιος του φούρναρη του Λυγουριού που και τα τρία παιδιά του, ο Γιώργος, η Δέσποινα κι η Ντίνα, υπό την επήρεια της Επιδαύρου και του Φεστιβάλ, ηθοποιοί σπούδασαν- κι η πανέμορφη Ραλλού Μιχαλοπούλου, η μια -κατά τη γνώμη μου, η καλύτερη- απ’ τις πέντε Λούλου στις οποίες είχε σπάσει το ρόλο ο Γιώργος Μιχαηλίδης, όταν ανέβασε το ομώνυμο έργο του Βέντεκιντ στο «Ανοιχτό Θέατρό» του. Τρία αγόρια απόκτησαν απ’ το γάμο τους, οικογενειακές υποχρεώσεις, κι ο 
Γιώργος Γκάτζιος στράφηκε -με μεγάλη, επίσης, επιτυχία- στη φουρναρική που γνώριζε απ’ τον πατέρα του: το «Μαμά Ψωμί» που ’χουν ανοίξει, εδώ και αρκετά χρόνια, στο Κουκάκι (Ζαχαρίτσα 42/44 και Ζίννη) -αποφασιστική η βοήθεια της γυναίκας του στην εξυπηρέτηση της πελατείας που κάνει ουρές- είναι ένας εξαιρετικός φούρνος, απ’ τους καλύτερους της Αθήνας-σημείο αναφοράς-, με προϊόντα καταπληκτικά -τα δοκιμάζω συχνά.
Εκεί, στο φούρνο υπήρχε -υπάρχει πάντα- κι ένα πιάνο. Κάποιες φορές που πήγαινα να ψωνίσω, ένα αγοράκι -ο μεσαίος απ’ τους γιούς- έπαιζε. Πολύ καλά -μάθαινε πιάνο μου χαν πει. Πού να φανταστώ την εξέλιξη… Ο -με το σπάνιο όνομα, απ’ τον Πλάτωνα αντλημένο -Φίληβος Γκάτζιος, όπως τώρα έμαθα, είχε ξεκινήσει
απ’ τα έξι του μαθήματα και συνέχισε με καλούς δασκάλους -Άλλα Χαλάψη, Τίτος Γουβέλης, Σοφία Γκελασβίλι-, πήρε βραβεία σε διαγωνισμούς και, ξαφνικά, τον ακούω, μια Τρίτη, πριν από λίγες μέρες, απ’ το Τρίτο Πρόγραμμα, στην εκπομπή με live συναυλίες «Τρίτη και 3 στο Τρίτο», να δίνει ρεσιτάλ! Στο Στούντιο Ε του Ραδιομεγάρου της ΕΡΤ, παρουσία κοινού, σε ζωντανή ραδιοφωνική και διαδικτυακή μετάδοση: Μπαχ, Χάιντν, Σοπέν, Λιστ, Ραχμάνινοφ. Κανονικότατο ρεσιτάλ! Κι ο πιανίστας, ετών δεκατεσσάρων! Με αυτοέλεγχο απόλυτο, με άψογη τεχνική, με γνώση του ύφους του κάθε συνθέτη.
Έμεινα έκπληκτος. Ναι, πρόκειται περί ταλάντου. Με προοπτικές. Δε θέλω να μιλήσω για παιδί-θαύμα. Το παιδί πρέπει να είναι ισορροπημένο -και είναι, το άκουσα να δίνει με ωριμότητα μια μικρή συνέντευξη στο συνθέτη Μάρκο Μωυσίδη που έκανε την παρουσίαση. Κι είμαι σίγουρος -το πράγμα φαίνεται…- ότι οι γονείς του θα ελέγξουν το καμάρι και τον ενθουσιασμό τους και θα οδηγήσουν ψύχραιμα τον νεαρό Φίληβο εκεί που του αξίζει. Ολόψυχα το εύχομαι. Κι αν το θέατρο τους έχει εκείνους στερηθεί, η μουσική ας κρατήσει το γιο τους.




«Ιδιωτικές ζωές» (σ.σ. τι θα πει «ιδιωτικές ζωές; Αμήχανη μου φαινόταν, πάντα, αυτή η απόδοση στα ελληνικά του τίτλου) του Νόελ Κάουαρντ: ανέκαθεν αναρωτιόμουνα τι της βρίσκουνε αυτής της κρυόμπλαστρης κομεντί του ’30 και θεωρείται κλασική εκεί στο Ηνωμένο Βασίλειο κι ανεβαίνει και ξανανεβαίνει. Και γιατί την ανεβάζουν κι εδώ οι πρωταγωνιστές/σκηνοθέτες μας ξανά και ξανά. Απ’ την εποχή της Κοτοπούλη και του, κατά την τότε μετάφραση, «Σολομονέξ» μέχρι την Λαμπέτη και το, κατά την τότε μετάφραση, «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη», κι απ’ τον Γιάννη Χουβαρδά του «Αμόρε» μέχρι τους Τάσο Ιορδανίδη-Θάλεια Ματίκα, σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη.
Αλλά ότι, επιπλέον, θα προέκυπτε τέτοιο φιάσκο στο καινούργιο ανέβασμα -σήμερα κατεβαίνει, με τα χίλια ζόρια κρατήθηκε ενάμισι μήνα- του έργου, στο «Γκλόρια», απ’ τον Αλέξη Ρίγλη που ’χε τη φαεινή σκηνοθετική ιδέα να διπλασιάσει τα δυο ζευγάρια και ν’ αλλάξει τα φύλα τους χωρίς ν’ αλλάξει τα ονόματά τους -ο Αμάντα…-, ε, αυτό δεν το φανταζόμουνα. Όπου δεν καταλάβαινε η δεξιά σου τη ποιεί η αριστερά σου -η πλήρης σύγχυση… Κρίμα, γιατί χαντακώθηκαν μερικοί καλοί ηθοποιοί (Και δεν εννοώ την Ζέτα Μακρυπούλια…). 



Μετακινήσεις… Να τα λέμε και τα ευχάριστα. Η Ιλειάνα Δημάδη, θεατρολόγος, κριτικός θεάτρου -κι όχι μόνο- στο «Αθηνόραμα» επί 14 συναπτά έτη, μεταπήδησε, ως υπεύθυνη δραματουργίας, στην «Στέγη» (το «Γραμμάτων και Τεχνών» το ’κοψαν ως μακρυνάρι και καλά έκαναν) του Ιδρύματος Ωνάση. Κι είναι σίγουρο ότι θα ’ναι πολύ χρήσιμη. Γιατί ΞΕΡΕΙ (Η ειδικότητα «δραματουργός», από δεκαετίες καθιερωμένη σ’ όλα τα μεγάλα Θέατρα του εξωτερικού, εδώ, ακόμα, ηχεί ως πτηνόν εξωτικόν αλλά δεν πειράζει, θα συνηθίσουμε). 
Και στο «Αθηνόραμα» τη διαδέχτηκε η Θεσσαλονικιά, επίσης θεατρολόγος, Τώνια Καράογλου που ’γραφε εδώ και πέντε χρόνια κριτική θεάτρου στον ιστότοπο ελculture. Και την έγραφε μετά γνώσεως και 
παρρησίας, με μέτρο, χωρίς έπαρση, χωρίς ύφος και χωρίς φτήνιες και εξυπνακισμούς. Αλλά με αγάπη για το θέατρο. Διαπιστώνω, απ’ τα πρώτα της κείμενα στο «Αθηνόραμα», τα ίδια προτερήματα. Κι αρκούσε, για να σχηματίσω γνώμη, το μεγάλο κομμάτι της «Οι τάσεις της σεζόν σε avant première», μια επισκόπηση της θεατρικής σεζόν η οποία άρχισε -που ξέρω ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ, απ’ την εποχή που ’κανα (επί χρόνια) αυτές τις επισκοπήσεις στα «Νέα», όταν, ακόμα, οι παραστάσεις της χειμερινής θεατρικής περιόδου ήταν 200 κι έγιναν, σιγά-σιγά, 800, τι μανίκι είναι, πόσο μάλλον τώρα που οι παραστάσεις έχουν φτάσει τις 1500… Θετικό, το νέο αίμα να αντικαθιστά το παλιό και να ’χεις τη σιγουριά ότι για καλό θα ’ναι.



Τους «Ελεύθερους πολιορκηµένους» του Διονυσίου Σολωµού παρουσιάζει, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπίτου, στο «Bios» η ομάδα «Ασίπκα». Ως μονόλογο που ερμηνεύει η Ειρήνη Δράκου η οποία έχει φροντίσει, μαζί με το σκηνοθέτη, και τη δραματουργική επεξεργασία της αριστουργηματικής ποιηματικής σύνθεσης -σας είχα γράψει σχετικά στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 18 Οκτωβρίου.

«Ελεύθεροι πολιορκηµένοι», όμως, φιλοξενούνται και στο «Τρένο στο Ρουφ» της Τατιάνας Λύγαρη -στο «Θεατρικό Βαγόνι», δηλαδή την Κεντρική Σκηνή του. Σε μια ολότελα διαφορετική εκδοχή -«ένας ποιητικός διάλογος», όπως χαρακτηρίζεται, του σολωµικού αριστουργήµατος με ψήγµατα απ’ την ποίηση του Μπάιρον, πρωτότυπη μουσική και κείµενο του Γιώργου Στεφανακίδη που υπογράφει και τη σκηνοθεσία-, απ’ την ομάδα «χ-αίρεται», μ’ επτά ηθοποιούς και μουσικούς επί σκηνής - Εβελίνα Αραπίδη, Μάιρα Μηλολιδάκη, Στέλλα Χατζηµιχελάκη, Χάρης Αγγέλου, Λίνα Τριανταφύλλου (τσέλο), Γιώργος Στεφανακίδης (κιθάρα), Χάρης Αγγέλου (ακορντεόν).
Σκοπεύω να τις δω. Και τις δυο παραστάσεις.


 
Έβαλα ν’ ακούσω την Έβδομη του Σοστακόβιτς. Kαι, ξαφνικά -δεν ξέρω αν ηχεί πολύ κομμουνιστικό…-, μέρες που ναι, το χάρηκα: που o τίτλος της παραμένει «Λένινγκραντ». Και δεν τον
έχουν μεταγράψει σε… «Αγία Πετρούπολη». 
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…



Αντιγράφω, χωρίς καμιά παρέμβαση, απ’ τη στήλη «Οι Κριτικές του Κοινού» στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Αθηνόραμα»: «Μια πολύ ενδιαφέρον παράσταση, σκηνοθετημένη να παίζουν οι ηθοποιοί πανω σε αυτή την λεπτή γραμμή μεταξύ κομωδίας και δράματος». Καλά, αδύνατον, δεν το πιστεύω, επίτηδες το ’χει γράψει. Και να ’χει βαθμολογήσει την περί ης ο λόγος παράσταση με πέντε «αστεράκια» (*****)…




Μην και κάνουν επιτυχία οι καλλιτέχνες του θεάτρου μας, μην και τους γράψουμε θετικά -ή και υπερθετικά. Το καλάμι έξω απ’ την πόρτα το ’χουν παρκαρισμένο. Και, πριν αλέκτορα φωνήσαι, ορμούν: καβάλα παν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε… Η (τονισμένο το Η) ΕΠΑΡΣΗ! Κακό πράγμα, όμως, η έπαρση. Φαίνεται! Βοά! Άμα τη εμφανίσει. Αφήστε που βλάπτει και μακροπρόθεσμα. Οι εξαιρέσεις; Αμέσως να σας τις μετρήσω, ευκολάκι είναι -ελάχιστες! 


Έγραφα στο «Τέταρτο Κουδούνι», στις 10 Οκτωβρίου, μ’ αφορμή το θάνατο της Λούλας Αναγνωστάκη, ότι το ελληνικό θέατρο θα ’πρεπε σύσσωμο φέτος να την τιμήσει ανεβάζοντας τα έργα της. Καλά, εγώ στα σύννεφα ζω…
Εν πάση περιπτώσει, προς το παρόν, «Η παρέλαση» η οποία, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου κι Ελένης Στεργίου, παίχτηκε για δεύτερη σεζόν, απ’ την ομάδα «This Famous Tiny Circus», σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, στην Β΄ Σκηνή του θεάτρου «Οδού Κεφαλληνίας», παράσταση για την οποία έγραψα αναλυτικότερα στο totetartokoudouni.blogspot.com στις 9 Οκτωβρίου, περιοδεύει (φωτογραφία: Χάρης Καλαμπόκης/dvArt). Ενώ, για τον Μάιο, ο Μάνος Καρατζογιάννης έχει προγραμματίσει, στον «Σταθμό» του, σε σκηνοθεσία του και με την Νένα Μεντή, το μονόλογό της Λούλας Αναγνωστάκη «Ο ουρανός κατακόκκινος», μαζί με το μονόλογο «Αυτός και το παντελόνι του» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με τον Ηλία Λογοθέτη, σε δίπτυχο με τον τίτλο «Ο ουρανός... και το παντελόνι του», όπως, επίσης, σας έγραψα στο totetartokoudouni.blogspot.com στις 5 Σεπτεμβρίου.

Αυτά γνωστά. Αλλά να επισημάνω πως υπάρχει και μια δεύτερη «Παρέλαση». Η οποία -κι αυτή- παρουσιάζεται για δεύτερη σεζόν: στο «Black Box» του «104». Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Ρωμανός Καλοκύρης.