April 23, 2018

Μαρία Κάλλας γίνεται η Μαρία Ναυπλιώτου με σκηνοθέτη τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 

Σε Μαρία Κάλλας θα μεταμορφωθεί -ιδανική επιλογή- η Μαρία Ναυπλιώτου: θα ερμηνεύσει την ελληνοαμερικανίδα σοπράνο-μύθο που σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία της
όπερας, στο έργο του Τέρενς ΜακΝάλι «Master Class», με σκηνοθέτη τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, παραγωγή του Μιχάλη Αδάμ σε θέατρο που δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί. Την -καινούργια- μετάφραση έχει αναλάβει ο Στρατής Πασχάλης.
Το έργο, με άξονα την Μαρία Κάλλας, ο Τέρενς ΜακΝάλι το εμπνεύστηκε απ’ τα μάστερ κλας τα οποία η Κάλλας -καταπτοημένη απ’ το τέλος που αναγκάστηκε πρόωρα, ήδη απ’ το 1965, να δώσει, λόγω φωνητικών προβλημάτων, στην καριέρα της, κι απ’ την εγκατάλειψή της απ’ τον Αριστοτέλη Ωνάση που την άφησε, μετά από πολλά χρόνια ερωτικής σχέσης, για να παντρευτεί, το 1968, με τη χήρα Τζάκι Κένεντι- έδωσε, το 1971 και το 1972, λίγα χρόνια πριν απ’ τον ξαφνικό, πρόωρο θάνατό της -πέθανε το 1977, πριν συμπληρώσει τα 54 χρόνια της- στην
Σχολή «Τζούλιαρντ» της Νέας Ιόρκης, ανάμεσα σε διάφορες απεγνωσμένες κινήσεις της να υπάρξει διαφορετικά στο χώρο -κινηματογραφική «Μήδεια» με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, σκηνοθεσία όπερας, επιστροφή, σε αλγεινή φωνητική κατάσταση, στη σκηνή, με ρεσιτάλ μαζί με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο…- που όλες δεν είχαν συνέχεια.
Για το έργο, κατάστικτο με άριες του Βιντσέντσο Μπελίνι, του Τζουζέπε Βέρντι και του Τζάκομο Πουτσίνι, ο Τέρενς ΜακΝάλι βασίστηκε στα -ηχογραφημένα- μαθήματα της Κάλλας στην «Τζούλιαρντ», στα οποία δίνει θεατρική υπόσταση: λαμπερή, γοητευτική, επιβλητική, καυστική αλλά και αστεία η Κάλλας διδάσκει σπουδαστές φωνητικής, μεταφέροντας την πείρα της, άλλοτε ενθουσιασμένη 
άλλοτε απογοητευμένη μαζί τους, κι ανάμεσα θυμάται τη ζωή της -τα νεανικά της χρόνια, όταν δεν ήταν παρά ένα χοντρό ασχημόπαπο, το μίσος των ανταγωνιστριών της, τον Τύπο που κανιβάλισε τις πρώτες εμφανίσεις της, τον κατοπινό θρίαμβό της στην «Σκάλα» του Μιλάνου, τους επόμενους θριάμβους της, τη σχέση της με τον Ωνάση η οποία τη σφράγισε και καθόρισε τη ζωή της…- για να κλείσει μ’ ένα μονόλογο για τις θυσίες που απαιτεί η τέχνη.
Το «Master Class» έκανε την πρεμιέρα του τον Μάρτιο του 1995 στην Φιλαδέλφεια, σε σκηνοθεσία Λέναρντ Φόλια και με την Ζόι 
Κάλντγουελ στο ρόλο της Κάλλας. Η παράσταση μεταφέρθηκε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Νέα Ιόρκη -στο Μπρόντγουέι όπου παίχτηκε μέχρι και τον Ιούνιο του 1997. Το 1996 τιμήθηκε ως το Καλύτερο Έργο στα Βραβεία «Τόνι» κι ως το Καλύτερο Καινούργιο Έργο στα Βραβεία «Ντράμα Ντεσκ» και στη συνέχεια ταξίδεψε σ’ όλον τον κόσμο. Την Κάλλας στο «Master Class» ερμήνευσαν διεθνώς πολλές κορυφαίες πρωταγωνίστριες, ανάμεσά τους η Πάτι ΛουΠόν, η Φέι Ντάναγουέι, η Φανί Αρντάν στο Παρίσι, η Νόρμα Αλεάντρο στο Μπουένος Άιρες…
Το έργο του ΜακΝάλι πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα -η μόνη φορά που είδε τα φώτα της ελληνικής σκηνής-, στην Αθήνα, απ’ την Κάτια Δανδουλάκη που ερμήνευσε το ρόλο της Κάλλας, στο θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη», σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, τη σεζόν 1997/1998, με τον τίτλο «Μαρία Κάλλας-Master Class».  Όμως, στο τέλος της ίδια θεατρικής περιόδου, την Αθήνα επισκέφθηκε το Κρατικό Θέατρο της Τουρκίας που έφερε, απ’ την Άγκυρα, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, επίσης το «Master Class» με Κάλλας -μια συγκλονιστική ερμηνεία- την Αϊτέν Γκιοκτσέρ, σε σκηνοθεσία του συζύγου της Τζουνέιτ Γκιοκτσέρ, κορυφαίου τούρκου ηθοποιού (ο οποίος ήταν ο Τέβιε στον «Βιολιστή στη στέγη» κι ο Δον Κιχότης στον «Άνθρωπο της Λα Μάντσα», τα δυο μιούζικαλ που είχε παρουσιάσει το Κρατικό Θέατρο της Τουρκίας, στο τότε «Σκυλίτσειο» -νυν «Βεάκειο»- του Πειραιά, στις δυο προηγούμενες ελεύσεις του στην Ελλάδα, τα καλοκαίρια του 1970 και του 1971 αντίστοιχα).
Η Μαρία Ναυπλιώτου παίζει τώρα -τρίτη φετινή εμφάνισή της τη φετινή χειμερινή σεζόν, μετά «Τα παραμύθια του Χ.Κ. Άντερσεν», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη και την Μπλανς στο «Τραμ με το όνομα ‘Πόθος’» του Τένεσι Γουίλιαμς, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά- στο «Μετά την πρόβα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής», με σκηνοθέτη τον Περικλή Μουστάκη, ενώ για το καλοκαίρι έχει επωμιστεί την Κλυταιμνήστρα στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, που θα παρουσιάσει το Εθνικό Θέατρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος φέτος σκηνοθέτησε στο θέατρο «Αποθήκη» το «7 χρόνια», δική του προσαρμογή για το θέατρο σεναρίου ισπανικής ταινίας, και στο «Μικρό Παλλάς» την «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ ενώ έπαιζε στο θέατρο «Αθηνών», στον «Φάρο» του Κόνορ ΜακΦέρσον, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Το καλοκαίρι, επίσης στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου, θα παίξει τον Ευριπίδη, στις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

April 22, 2018

«Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Ντίκενς ανεβάζει ως μιούζικαλ ο Γιάννης Μόσχος για το Εθνικό με Σκρουτζ τον Αλέξανδρο Μυλωνά


Το Τέταρτο Κουδούνι / Είδηση 


Την «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» του Τσαρλς Ντίκενς, ως μιούζικαλ, που δε θα απευθύνεται αποκλειστικά σε παιδιά, ανεβάζει ο Γιάννης Μόσχος (φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή) για το Εθνικό Θέατρο, στην Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» του «Rex», την προσεχή χειμερινή θεατρική περίοδο 2018/2019, στις 6 Δεκεμβρίου, λίγο 
πριν απ’ τα Χριστούγεννα, με τον Αλέξανδρο Μυλωνά στο ρόλο του Εμπενίζερ Σκρουτζ.
Για την παράσταση έχει επιλεγεί η πρόσφατη ομώνυμη προσαρμογή για το θέατρο της νουβέλας του Ντίκενς, που έγραψε ο πολυσχιδής άγγλος θεατρικός συγγραφέας αλλά και σεναριογράφος στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση 
Τζέιμς Θορν (φωτογραφία: Rob Stothard/Getty Images Europe), η οποία ανέβηκε στο Λονδίνο, στο «Ολντ Βικ», μόλις τα περασμένα Χριστούγεννα, σε σκηνοθεσία Μάθιου Γουόρτσες, καλλιτεχνικού διευθυντή του «Ολντ Βικ -διαδόχου του Κέβιν Σπέισι-, με Σκρουτζ τον Ρις Ίβανς.
Η νουβέλα του Τσαρλς Nτίκενς -ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ένας φιλάργυρος και γκρινιάρης γέρος που δεν αισθάνεται συμπόνια για κανέναν και δεν τον νοιάζει τίποτα άλλο παρά το χρήμα, κυρίως, όμως, απεχθάνεται τα Χριστούγεννα κι όλους όσοι χαίρονται και γιορτάζουν τη γιορτή αυτή, αδιάφορος για κάθε λογής χριστουγεννιάτικη μαγεία, συναισθήματα ή τρυφερότητα, καθώς δε συγκινείται απ’ τα παιδιά που τραγουδούν τα κάλαντα, αδιαφορεί μπροστά στα στολισμένα δέντρα και το γιορτινό πνεύμα δεν τον αγγίζει καθόλου, μια παραμονή Χριστουγέννων στοιχειώνεται απ’ τις επισκέψεις του φαντάσματος του παλιού συνεταίρου του Τζέικομπ Μάρλεϊ και των τριών πνευμάτων των Χριστουγέννων (του Παρελθόντος, του Παρόντος και του Μέλλοντος) που αναλαμβάνουν, με τον δικό τους τρόπο, να τον κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι το σημαντικότερο στη ζωή δεν είναι τα πλούτη, αλλά η αγάπη, η συμπόνια κι η ανθρώπινη παρουσία,
προκαλώντας την ιδεολογική, ηθική και συναισθηματική μεταστροφή του- πρωτοεκδόθηκε, στις 19 Δεκεμβρίου -παραμονές Χριστουγέννων- του 1843 με τεράστια επιτυχία κι αποδοχή τόσο απ’ το κοινό όσο κι απ’ την κριτική και παραμένει, μετά από 175 χρόνια, απ’ τα δημοφιλέστερα αναγνώσματα του Ντίκενς (η δαγκεροτυπία, ακριβώς του 1843, απ’ τον Unbek).
Ενώ προσαρμόστηκε, σχεδόν αμέσως, για το θέατρο -τρεις διαφορετικές παραγωγές έκαναν πρεμιέρα περίπου ενάμιση μήνα μετά την έκδοση του βιβλίου. Έκτοτε πλήθος μεταφορών του έργου έγιναν για το θέατρο, για τον κινηματογράφο -το 1901 η πρώτη!-,  για  την  τηλεόραση,  το ραδιόφωνο… Το «Μια χριστουγεννιάτικη 
ιστορία» ηχογραφήθηκε, έγινε όπερα, μιούζικαλ, μπαλέτο, κινούμενα σχέδια, κόμικ, γκράφικ νόβελ έως και παράσταση μιμικής στο BBC, το 1973 με πρωταγωνιστή τον κορυφαίο γάλο μίμο Μαρσέλ Μαρσό.
Στην Ελλάδα ανέβηκε αρκετές φορές σε παραστάσεις για παιδιά -ανάμεσά τους, σε διασκευή και σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου, τα Χριστούγεννα του 2011, στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης». Η πιο πρόσφατη ελληνόφωνη παράστασή του -επίσης όχι αποκλειστικά για παιδιά- ήταν, τη λήγουσα σεζόν 2017/2018, στην Κύπρο, στο θέατρο «Ένα» της Λευκωσίας, σε σκηνοθεσία Αντρέα Χριστοδουλίδη.
Απ τον Γιάννη Μόσχο το «Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία» θα παρουσιαστεί σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, δραματουργική επεξεργασία του σκηνοθέτη, με μουσική Θοδωρή Οικονόμου, και στίχους Σταύρου Σταύρου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα ’ναι της Τίνας Τζόκα, η επιμέλεια της κίνησης της Ζωής Χατζηαντωνίου, η διεύθυνση φωτισμών του Λευτέρη Παυλόπουλο και βοηθός σκηνοθέτη η Εύη Νάκου.
Στην -πολύ καλή- διανομή, εκτός απ’ τον Αλέξανδρο Μυλωνά

κι οι Χρήστος Στέργιογλου, Λαέρτης Μαλκότσης, Κώστας Βασαρδάνης, Χριστίνα Μαξούρη, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αλέξανδρος Βαμβούκος, Θανάσης Βλαβιανός, Στέλλα Αντύπα, Πάρις Θωμόπουλος, Ελένη Μπούκλη, Βασίλης Παπαδημητρίου, Αριάδνη Καβαλιέρου, Ζωή Μυλωνά, Ηλίας Καπάνταης Πένυ Δεληγιάννη, Νίκος Ζιαζιάρης, Σοφία Μάλαμα.
Πρόκειται για την πρώτη, ουσιαστικά, σκηνοθεσία του σταθερά και διακριτικά ανερχόμενου Γιάννη Μόσχου στο Εθνικό Θέατρο -προηγήθηκε, αλλά στο πλαίσιο του, ενταγμένου στο πρόγραμμα του Εθνικού, «Θεατρικού Αναλογίου» της Σίσσυς Παπαθανασίου, το έργο του Ανδρέα Φλουράκη «Ελληνική κουζίνα».
Προς το παρόν, ο σκηνοθέτης ετοιμάζει στην «Πειραιώς 260», για τις 11, 12 και 13 Ιουνίου, την «Πόλη» της Λούλας Αναγνωστάκη, στο πλαίσιο του αφιερώματος του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών στη σπουδαία συγγραφέα που έφυγε απ τη ζωή στις 8 Οκτωβρίου της περασμένης χρονιάς. 
Όπως, πάντως, δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο theatromania.gr, την «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» πρόκειται ν’ ανεβάσει τα Χριστούγεννα,, επίσης όχι αποκλειστικά για παιδιά, κι η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη, με Εμπενίζερ Σκρουτζ τον Θανάση Κουρλαμπά, σε μη προσδιοριζόμενο, όμως, θέατρο.

April 18, 2018

Ο καλλιτέχνης ως Τέρας ή Τι σας κάναμε, τι μας κάνατε…


Το Τέταρτο Κουδούνι / 18 Απριλίου 2018 
Τέταρτη παράταση! Η επιτυχία μάς υποχρεώνει σε αναρτήσεις έως το τέλος Απριλίου.



Πάντα χειροκροτώ στο τέλος των παραστάσεων. Έστω και τυπικά, αν δε μου αρέσουν καθόλου -σέβομαι τον κόπο των επί σκηνής. Εκτός κι αν θυμώσω. Κι αυτή τη φορά θύμωσα. Θύμωσα πολύ. Και δε χειροκρότησα. Καθόλου. Στο «Requiem pour L.». Του Αλέν Πλατέλ και του Φαμπρίτσιο Κασόλ. Που ’δα στην «Στέγη».
Γνωρίζω τo Μπαλέτο C. de la B. ήδη απ’ το 2005 και το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας της Βίκυς Μαραγκοπούλου, το ’δα στο Φεστιβάλ Αθηνών, κατόπιν στην «Στέγη» -θετικότατες οι εντυπώσεις μου. Πήγα, λοιπόν, να δω την καινούργια παράστασή τους που συνυπέγραφαν ο Αλέν Πλατέλ, ο ιδρυτής του C. de la B. κι ο Φαμπρίτσιο Κασόλ με το πειραγμένο απ’ τον Κασόλ «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ -χωρίς καμιά πληροφόρηση, καθώς πουθενά κουβέντα για την ταμπακιέρα, ήτοι τον βασικό σκηνικό άξονα της παράστασης. Ούτε στην επίσημη σελίδα της ομάδας, ούτε στα δελτία Τύπου, ούτε στη σελίδα της «Στέγης», ούτε στις συνεντεύξεις του Πλατέλ, ούτε κάτι να γίνεται αντιληπτό απ’ τις φωτογραφίες της παράστασης που μοιράστηκαν… -ο λόγος μόνο για το μουσικό μέρος της.
Κι εκεί, επί τόπου, ανακάλυψα ότι όλη η παράσταση -συναυλία περισσότερο θα τη χαρακτήριζα, με λίγη κίνηση- στηρίζεται, βασίζεται, εξελίσσεται, αναπτύσσεται κάτω από ένα βίντεο, διάρκειας μιας ώρας και 40 λεπτών, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα, η L. του τίτλου, πεθαίνει. Όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά. Σε γκρο πλάνο, με την κάμερα στημένη απέναντί της: εκείνη μακιγιαρισμένη και ντυμένη με τα καλά της, ξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα, ακουμπώντας το κεφάλι της στην πλάτη της πολυθρόνας, αποκαμωμένη, άλλοτε με τα μάτια ανοιχτά, άλλοτε να προσπαθεί με κόπο να τ’ ανοίξει, άλλοτε σε βύθος -χαμένη στον κόσμο της-, κάποια στιγμή ψιθυρίζοντας -βουβά για μας- λίγα λόγια, οι - ήρεμες- τελευταίες στιγμές της, οι άνθρωποί της που της παραστέκονται ως κομπάρσοι… Και στο τέλος, νεκρή.
Δε βρήκα το βίντεο σοκαριστικό -έχω ζήσει θανάτους. Το βρήκα Βλάσφημο: ο «καλλιτέχνης», κορεσμένος από κάθε ερέθισμα πια, στερεμένος από κάθε έμπνευση, να χρησιμοποιεί ως δημόσιο θέαμα την πιο προσωπική, την πιο ιερή στιγμή ενός ανθρώπου: το θάνατό του. Και να κάνει «τέχνη». Με την άδεια, φυσικά, της θνήσκουσας -άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου…- και των συγγενών, όπως διάβασα -αλλά πώς ήξεραν πότε θα πεθάνει και τη μακιγιάρισαν και της έβαλαν το κολιέ; Την κάμερα την είχαν στήσει εκ των προτέρων δια παν ενδεχόμενον; Έμεινα με την απορία… (Για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα -λυπάμαι αλλά- αρνούμαι, όσο ενδιαφέρον κι αν ήταν, να σχολιάσω οτιδήποτε).
Δε θύμωσα απλώς. Ντράπηκα με την κατάντια μας. Ένοιωσα να ζω σ’ εποχή απόλυτης παρακμής της τέχνης -σ’ εποχή «Σατυρικού» του Πετρόνιου, ρωμαϊκή: ο καλλιτέχνης ως Τέρας.
Να περιμένω, πια, μια ζωντανή αυτοκτονία δια απαγχονισμού σε βίντεο, με υπόκρουση, πειραγμένη, την Ενάτη του Μπετόβεν; 




Το βραβευμένο θεατρικό έργο «Δυο γυναίκες χορεύουν» (2008, πρεμιέρα 2010) του διακεκριμένου καταλανού συγγραφέα Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ θα παρουσιαστεί την επόμενη χειμερινή θεατρική περίοδο 2018/2019 στο «Μεταξουργείο», με την Άννα Βαγενά και την Γιασεμί Κηλαηδόνη στους δυο βασικούς -και μόνους- ρόλους του, στη μετάφραση που ’χει γίνει ως συνεργασία της μεταφραστικής ομάδας «Els de Paros», μ’ έκτακτη συμμετοχή της Ειρήνης Καλλιγά και της Φιλιώς Ευθυμίου. Για το σκηνοθέτη και τους λοιπούς συντελεστές οι συζητήσεις δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί.
Στο έργο, μια δύστροπη ηλικιωμένη, με πάθος για τα κόμικς, που ζει απομονωμένη απ’ τον κόσμο σ’ ένα ρημαγμένο διαμέρισμα, και μια νεαρή γυναίκα, μ’ ένα ένοχο μυστικό που την έχει στοιχειώσει και την έχει αποκόψει απ’ την κοινωνική ζωή, αναγκάζονται να συνυπάρξουν, όταν η κόρη της ηλικιωμένης προσλαμβάνει τη νεαρή για να καθαρίζει και να τακτοποιεί το σπίτι της μητέρας της. Δυο γυναίκες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους -ηλικία, μνήμες, επιθυμίες, προσέγγιση της ζωής…-, κάτω απ’ την ίδια στέγη για κάποιες μέρες, ξεδιπλώνουν η μια στην άλλη τις επιθυμίες τους, τους φόβους τους κι οδηγούνται στη μοιραία απόφαση: αφού δεν μπορούν να ’χουν τη ζωή που θέλουν, θα πάψουν τουλάχιστον να την εξευτελίζουν. Και χορεύουν μαζί τον τελευταίο χορό… 
Ο 78χρονος, σήμερα, Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ, που θεωρείται απ’ τους κορυφαίους της σύγχρονης ισπανικής θεατρικής γραφής, έγραψε το «Δυο γυναίκες χορεύουν», όπως έχει δηλώσει, τυχαία, όταν το βλέμμα του συνέλαβε μια ηλικιωμένη γυναίκα  ναγοράζει παθιασμένα παιδικά κόμικς σένα παλαιοπωλείο. Το αποτέλεσμα είναι μια δραματική κομεντί, με το χιούμορ και τη συγκίνηση να εναλλάσσονται γοργά.
Το έργο, που ’χει τιμηθεί, στο μεταξύ, με διακρίσεις, πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα σε παγκόσμια πρώτη, στα ελληνικά, το 2009/2010, πριν απ’ την πρεμιέρα του, στο πρωτότυπο, το 2011 στην Βαρκελόνη, με τη μορφή «θεατρικού αναλογίου» -στην Αθήνα, στο «Studio Μαυρομιχάλη» και στο πλαίσιο διήμερου αφιερώματος στο καταλανικό θέατρο, σε σκηνοθεσία Ελένης Γεωργοπούλου, με την Νίτα Παγώνη και την Μαρία Τσιμά.
Η πρώτη του σκηνική παρουσίαση στα ελληνικά έγινε στην Κύπρο -στην Λευκωσία-, τη σεζόν 2013/2014, στο θέατρο «Διόνυσος», με σκηνοθέτη τον Έντμοντ Νανούση και με την Ιωάννα Σιαφκάλλη και την Άννα Γιαγκιώζη.
Στην Ελλάδα, στη σκηνή το πρωτοανέβασε, την επόμενη χειμερινή περίοδο -2014/2015-, ο Τάσος Ιορδανίδης, στο «Ιλίσια/Βολανάκης», με την Χρυσούλα Διαβάτη και την Θάλεια Ματίκα -η παράσταση επαναλήφθηκε και την επόμενη σεζόν 2015/2016.
Τη λήγουσα σεζόν 2017/2018 ανέβηκε στο Ηράκλειο, απ’ την Ομάδα Θεατρικής Τέχνης «Το Σανίδι», σε σκηνοθεσία Έφης Δράκου, με την Κωνσταντίνα Σαρρή και την Φαίη Ταμιωλάκη.



Ένα υπέροχο θεατρικό έργο για τέσσερις σολίστες (που πολύ αργά το ανακαλύψαμε στην Ελλάδα, χάρη στον Τάκη Βουτέρη, την Αννίτα Δεκαβάλλα και το «Θέατρο Εξαρχείων»): «Το τίμημα» του Άρθουρ Μίλερ. Η παράσταση της Ιωάννας Μιχαλακοπούλου που ’δα στο «Ιλίσια» -και που πολύ άρεσε και θα πάει και την επόμενη χειμερινή σεζόν- είναι μια παράσταση έντιμη, καλά στημένη, με σωστούς ρυθμούς. Που πολλά χρωστάει, κυρίως, 


στον βετεράνο Γιώργο Μιχαλακόπουλο και στον -δύναμη!- Χρήστο Σαπουντζή. Το καλύτερο προσπαθεί κι ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης. Η Ρένια Λουιζίδου, όμως, καλή, κατά βάση, ηθοποιός, δίνει το ρόλο της εξωτερικά, με υπερβολές και μια δυναμική που πετάει έξω την παράσταση. Ίσως η σκηνοθέτρια θα ’πρεπε να την ελέγξει περισσότερο. 



Το εκτεταμένο ποίημα «Αποχαιρετισμός. Οι τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά» (1957) του κορυφαίου Γιάννη Ρίτσου -περιλαμβάνεται στον Γ΄ τόμο (Εκδόσεις «Κέδρος») των «Ποιημάτων» του-, έναν θεατρικά δομημένο εσωτερικό μονόλογο του ελληνοκύπριου ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου, στην κρύπτη του, λίγο πριν απ’ το θάνατο του, θα ερμηνεύσει, στις 11 και 12 Μαΐου, δραματοποιημένο, σε σκηνοθεσία του, ο διακεκριμένος κύπριος σκηνοθέτης και 

ηθοποιός Νεοκλής Νεοκλέους, στο «Black Box» του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης», με ζωντανή μουσική του Γιώργου Καλογήρου, που γράφτηκε ειδικά για την παράσταση.
Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, κύπριος αγωνιστής της ΕΟΚΑ -της Εθνικής Οργανώσεως Κυπρίων Αγωνιστών-, κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα του 1955-1959 εναντίον της Αγγλικής Κατοχής, γνωστός τότε με το ψευδώνυμο Ζήδρος, δεύτερος στην ιεραρχία της οργάνωσης, σκοτώθηκε, στα 29 του χρόνια, σε μάχη που δόθηκε κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά, απ’ τους Άγγλους οι οποίοι, μετά από προδοσία, πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του, το περικύκλωσαν μ’ αυτοκίνητα κι ελικόπτερα κι ύστερα από πολύωρη μάχη κι αρκετούς νεκρούς στις τάξεις τους, έριξαν βενζίνη και τον έκαψαν ζωντανό. 
Ο πάντα ευαισθητοποιημένος Γιάννης Ρίτσος έγραψε τον «Αποχαιρετισμό» δυο μόλις μέρες μετά τη θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου, που συντελέστηκε στις 3 Μαρτίου 1957 και που προκάλεσε το θαυμασμό της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Στο ποίημα ο ήρωας αποχαιρετά τον κόσμο, τη ζωή, τον τόπο του. Μόνος με την ιστορία, προσπαθεί να αντιμετωπίσει το θάνατο που με βεβαιότητα έρχεται. Με πολλή ηρεμία κι αυτοκυριαρχία σκέφτεται στιγμές και σκηνές της ζωής του καθημερινές, απλές αλλά και φιλοσοφεί σε μεγάλα θέματα. Σκέφτεται το πέρασμα απ’ τη ζωή στο θάνατο και συγκρίνει τις ευθύνες του με τη γοητεία της ειρηνικής ζωής.
Ο Νεοκλής Νεοκλέους, με σπουδές στην Κρατική Σχολή Κινηματογράφου και Θεάτρου στη Μόσχα, έχει συνεργαστεί με το «Σατιρικό Θέατρο», 
την ΕΘΑΛ κι, επί σειρά ετών, με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου πρωταγωνιστώντας σε περισσότερες από 100 παραστάσεις του κλασικού και του σύγχρονου ρεπερτορίου κι έχει βραβευτεί με το Βραβείο Καλύτερου Άνδρα Ηθοποιού για τη διετία 2003-2005 στα Βραβεία Θεάτρου του ΘΟΚ. Έχει κάνει κινηματογράφο, τηλεόραση κι έχει σκηνοθετήσει θεατρικά έργα και μουσικοχορευτικές παραστάσεις καθώς και την εναρκτήρια τελετή του «Πάφος, Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2017» ενώ διδάσκει Υποκριτική κι Αυτοσχεδιασμό.
Η παράσταση ήταν παραγγελία του Συνδέσμου Αγωνιστών ΕΟΚΑ 1955-1959 και πρωτοπαίχτηκε τη σεζόν 2015/2016 στο θέατρο του ΘΟΚ στην Λευκωσία.
Ο «Αποχαιρετισμός» πρωτοπαρουσιάστηκε -η μόνη, αν δεν κάνω λάθος, φορά- στην ελληνική σκηνή τη σεζόν 1974/1975, στο τότε θέατρο «Κάβα», απ’ τον «Θίασο Ρεπερτορίου» του Νίκου Χατζίσκου και της Τιτίκας Νικηφοράκη, ενταγμένος σ’ ένα «Πρόγραμμα Ρίτσου» -η πρώτη, αν δε λαθεύω, σκηνική παρουσίαση του Γιάννη Ρίτσου στην Ελλάδα- που περιλάμβανε, επίσης, την «Σονάτα του σεληνόφωτος» και την «Ελένη», που τα ερμήνευε η Τιτίκα Νικηφοράκη. Η σκηνοθεσία ήταν του Νίκου Χατζίσκου ο οποίος ήταν κι ο ερμηνευτής στον «Αποχαιρετισμό» και τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Η παράσταση, σύμφωνα με πληροφορίες του σκηνοθέτη και θεατρολόγου Ηλία Μαλανδρή, μαγνητοσκοπήθηκε απ’ την ΕΡΤ αλλά σώζεται μόνον η «Ελένη» -μια εμβληματική ερμηνεία απ’ την Τιτίκα Νικηφοράκη- ενώ απ’ τον «Αποχαιρετισμό» μόνον ο ήχος.



Δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο το έργο για δυο της Μαρί Τζόουνς -ένα παιχνίδι. Το ’χα ήδη διαπιστώσει όταν το «Πέτρες στις τσέπες του» είχε πρωτοανεβεί στην Ελλάδα στο «Ιλίσια / Βολανάκης» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, με τον ίδιο και τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Τη σεζόν 2002/2003. Δεκαπέντε χρόνια μετά, στο «Κιβωτός», όπου μεταφέρθηκε φέτος, λόγω μεγάλης επιτυχίας, απ’ το «Θέατρο του Νέου Κόσμου» που τη στέγασε πέρσι -παραγωγή του-, η καινούργια παράσταση του έργου, σιγούρεψα τη γνώμη μου: ότι το έργο τίποτα δε λέει αλλά δίνει στους δυο πρωταγωνιστές τη δυνατότητα να επιδείξουν τη δεξιοτεχνία τους καθώς επωμίζονται πλήθος ρόλων ο καθένας, περνώντας απ’ τον ένα στον άλλο αστραπιαία, χωρίς αλλαγές κοστουμιών. Κι ο 


Γιώργος Χρυσοστόμου κι ο Μάκης Παπαδημητρίου, αυτοσκηνοθετημένοι, κάνουν, υπερταλαντούχοι κι οι δυο τους, ακριβώς ένα ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας. Το ότι, επιπλέον, διαθέτουν πλούσια αποθέματα χιούμορ κι ότι το χαίρονται αυτό που κάνουν και το δείχνουν ότι το χαίρονται κάνει το αποτέλεσμα ευφρόσυνο.



Αυτές οι δηλώσεις Καμμένου από ’δω -«τι σας κάναμε, μάνα μου, το 1821…», «σας την ανεβάσαμε τη σημαία στη βραχονησίδα»-, Γιλντιρίμ/Ερντογάν/Μπαχτσελί και λοιπών αυλικών από ’κει -«τι σας κάναμε, μάνα μου, το 1922…», και «σας την κατεβάσαμε τη σημαία»-, και «όχι, δεν μας την κατεβάσατε», και «ναι, σας την κατεβάσαμε», πώς, μα πώς μου θύμισαν εκείνα τα παλιά με τον 
Πίτερ Σέλερς «Το ποντίκι που βρυχάται» και «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα»… Σπαρταριστές οι -εκατέρωθεν- βλακώδεις ατάκες. Πολύ γέλασα και γελάω. Από καρδιάς. Μόνο, γέλιο στο γέλιο, δηλώσεις στις δηλώσεις, μήπως η κωμωδία καταλήξει σε καμιά τραγωδία… Η βλακεία κι η δημαγωγία κι η σπέκουλα καλοί σύμβουλοι δεν είναι.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

April 15, 2018

Tip: «Ορφέας και Ευρυδίκη»


Όλα άσπρα κι ένας Έρωτας άχρι θανάτου


Ο Ορφέας της Μουσικής, η Ευρυδίκη, ο έρωτάς τους, ο θάνατός της, η ες Άδου κάθοδός του για να τη φέρει πίσω, η Περσεφόνη που πείθει τον Πλούτωνα να επιτρέψει στην Ευρυδίκη να τον ακολουθήσει, ο όρος που θέτει ο Πλούτωνας να μη στραφεί ο Ορφέας να την κοιτάξει μέχρι να δουν το φως του Πάνω Κόσμου ειδεμή θα τη χάσει οριστικά, η αδυναμία του ερωτευμένου Ορφέα να τον εκπληρώσει καθώς δεν αντέχει να μη γυρίσει, η οριστική 

απώλεια της αγαπημένης του, η απελπισία και η μελαγχολία που διαποτίζουν πια τη μουσική του, οι Μαινάδες που δεν την αντέχουν και που τον διαμελίζουν σαν τον Πενθέα… Για το διαμαντάκι «Ορφέας και Ευρυδίκη» που παρουσιάζεται στο «Δώμα» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» ο Δημήτρης Μπογδάνος συνέθεσε ένα κείμενο-πάτσγουερκ και μία παράσταση από αποσπάσματα
διαφόρων μορφών λόγου και τέχνης που εμπνεύστηκαν από τον αρχαιοελληνικό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης -από Όμηρο, Οβίδιο, Πλάτωνα και Δάντη μέχρι Μοντεβέρντι, Σολωμό και Ρίλκε, μέχρι Ροντέν, Σάρα Ρουλ και Νικ Κέιβ. Το κείμενο μπορεί να έχει κάποιες δραματουργικές αδυναμίες αλλά είναι εξαιρετικά συναρμολογημένο, σε γλώσσα λαγαρή ελληνική και η παράσταση για δύο, που ανασαίνει έξοχα στους ρυθμούς του, το δικαιώνει και το αναδεικνύει. Το «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Δημήτρη Μπογδάνου το διατρέχει μία πρωτογενής αθωότητα: από την πρωτόπλαστη γύμνια των δύο παιδιών στην έναρξη, από το απόλυτο λευκό που είναι βουτηγμένη η παράσταση μέχρι τις «κοινότοπες» αλλά καίρια επιλεγμένες μουσικές που τη 
διαπερνούν, μέχρι τον τρόπο που η χαρά και η λύπη τη διαποτίζουν, μέχρι αυτή την sancta simplicitas -τη θεϊκή απλότητα- που είναι το βασικό γνώρισμά της, μέχρι το χιούμορ της, μέχρι τις μικρές Παραβάσεις της και το κλείσιμο του ματιού προς το θεατή. Επιπλέον δίνει ένα δείγμα πώς και χωρίς μέσα η αισθητική μπορεί να καταφέρει να είναι υψηλή. Τα σκηνικά και τα κοστούμια -αυτά τα υπέροχα, λευκά πάντα, μεταξωτά «μισά» κοστούμια που ενδύονται και απεκδύονται οι ηθοποιοί- της Λυδίας Κοντογιώργη την υποστηρίζουν αποφασιστικά. Τα τεντωμένα λευκά, φαρδιά, ευλύγιστα ελάσματα του σκηνικού, τα στερεωμένα, κατά μήκος της σκηνής, από την οροφή μέχρι κάτω, σε μικρά παρτέρια γεμάτα χοντρό χαλίκι, τα έχω ξαναδεί. Αλλά η χρήση τους από τη σκηνοθεσία είναι τουλάχιστον ευφυής -τα μπλεξίματά

των ελασμάτων από τους δύο ηθοποιούς, οι μετακινήσεις των παρτεριών, οι απότομες ανατροπές τους, με τα χαλίκια να χύνονται 


στο δάπεδο με θόρυβο υπογραμμίζοντας τις σκηνές έντασης και τρόμου… Οι έξοχοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη και η κινησιολογία του Κωνσταντίνου Κουνέλλα στα συν. Βέβαια το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς τους δύο ηθοποιούς. Εξαιρετικά επιτυχημένη η επιλογή τους. Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης και η Ευθαλία Παπακώστα φέρουν τις ζητούμενες από την παράσταση φρεσκάδα και αθωότητα. Αλλά και είναι 

ικανότατοι -ειδικά ο Παπαδοκωνσταντάκης, που ο ρόλος του έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις, διαθέτει μεγάλη δύναμη και κάποιες στιγμές γίνεται συγκλονιστικός. Δείτε οπωσδήποτε αυτή την παράσταση: ένα εύφορο, καθαρτήριο λουτρό (Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου).

ΥΓ. Είναι η δεύτερη παράσταση του Δημήτρη Μπογδάνου που είχα τη χαρά να δω φέτος. Στην αρχή της σεζόν είδα -και δυστυχώς δεν είχα προλάβει να γράψω έγκαιρα-, στο Δημοτικό Θέατρο του 


Πειραιά όπου επαναλαμβανόταν, το «Mon Petit Prince», μία προσωπική ανάγνωσή του, όχι για παιδιά, του «Μικρού πρίγκιπα» του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, σε δραματουργική επεξεργασία με συνεργάτη τον Βασίλη Μαυρογεωργίου: μία τεκμηριωμένα μοντέρνα ανάγνωση -η καλύτερη του έργου που έχω δει στο θέατρο-, μία, ουσιαστικά, χορογραφία (κινησιολογία της Έλενας Γεροδήμου), με εξαιρετικές στην απλότητά τους σκηνογραφικές και ενδυματολογικές λύσεις του Πάρι Μέξη -μαγευτική αισθητικά-, 

με την Λένα Παπαληγούρα, ιδεώδη Μικρό πρίγκιπα, τον Γιωργή Τσαμπουράκη, τον ίδιο τον Βασίλη Μαυρογεωργίου, τον Λευτέρη Βασιλάκη, την Λήδα Καπνά, τον Θάνο Λέκκα, την Ειρήνη Μακρή, την Υβόννη Τζάθα άριστα συντονισμένους, τον ένα καλύτερο από τον άλλο. Μετά τις δύο εμπειρίες ακράδαντα πιστεύω ότι ο Δημήτρης Μπογδάνος έχει μία φρέσκια, μοντέρνα σκηνοθετική ματιά αλλά διαθέτει και γούστο και μέτρο. Και ότι πολλά μπορούμε να περιμένουμε από αυτόν τον νέο σκηνοθέτη -εφόσον δεν χάσει το μέτρο (Φωτογραφία: Γιάννης Ζάχος).

April 12, 2018

Tip: «Ο μαγικός αυλός»


Όταν η φαντασία οργιάζει 


Η Βασίλισσα της νύχτας πείθει τον πρίγκιπα Ταμίνο, τον οποίο σώζουν από ένα τεράστιο φίδι που τον απειλεί τρεις Κυρίες, ακόλουθοί της, να ελευθερώσει την κόρη της, την Παμίνα που την κρατάει αιχμάλωτη ο αρχιερέας Ζαράστρο, υποτίθεται δαίμονας. Ο Ταμίνο ερωτεύεται την Παμίνα από το πορτρέτο της που του δείχνουν και δέχεται. Η Βασίλισσα του χαρίζει έναν μαγικό αυλό 
για να τον χρησιμοποιήσει σε δύσκολες περιστάσεις και ορίζει τον επιπόλαιο, ψευταράκο αλλά γήινο, ανθρώπινο Παπαγκένο, που κυνηγάει πουλιά για χάρη της, συνοδό του. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι όπως δείχνουν… Η αδελφότητα του Ζαράστρο καμία σχέση δεν έχει με τους ισχυρισμούς της Βασίλισσας. Διαθέτει υψηλά ιδανικά. Όταν ο Ταμίνο το πληροφορείται, επιδιώκει να 

ενταχθεί σ’ αυτήν. Αλλά θα πρέπει να περάσει από σκληρές δοκιμασίες. Αν τις ξεπεράσει θα σμίξει και με την Παμίνα. Τις ξεπερνάει. Οι δύο τους γίνονται με τιμές δεκτοί ενώ ο Παπαγκένο,
που δεν κρίνεται άξιος για τα υψηλά, παρηγοριέται με μία Παπαγκένα που την αναζητούσε ανέκαθεν. Οι κακοί -η Βασίλισσα της Νύχτας που είχε ζητήσει από την κόρη της να σκοτώσει τον Ζαράστρο, με τους ανθρώπους της και τον Μονόσταστο, τον Μαυριτανό που ο Ζαράστρο είχε ορίσει δεσμοφύλακα της Παμίνα αλλά εκείνος αποπειράθηκε να τη βιάσει- χάνονται στο σκοτάδι. Ένα έργο με

κρυμμένα μυστικά: «Ο μαγικός αυλός». Τελευταία όπερα που παίχτηκε στη σκηνή (1791) του Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μότσαρτ, σε λιμπρέτο του Εμάνουελ Σίκανέντερ. Ένα μαγικό παραμύθι που πολλές εκδοχές έχουν διατυπωθεί για τους συμβολισμούς του με
επικρατούσα της μουσικής αλληγορίας η οποία αποκαλύπτει τις αξίες αλλά και το τελετουργικό μύησης στον ελευθεροτεκτονισμό στον οποίο ήταν ήδη μυημένοι τόσο ο Μότσαρτ όσο και ο Σίκανέντερ. Πέραν, πάντως, των συμβολισμών «Ο μαγικός αυλός», από τους τελευταίους καρπούς του Διαφωτισμού, γραμμένος στον απόηχο της πρόσφατης Γαλικής Επανάστασης -«μεγάλη όπερα» τον χαρακτηρίζει ο συνθέτης του, «ζίνγκσπιλ» οι μουσικολόγοι, 

όρο που δημιουργήθηκε για να χαρακτηρίσει τις γραμμένες στη γερμανική πια γλώσσα όπερες οι οποίες συνδύαζαν το τραγούδι με εκτεταμένους διαλόγους, συνοδευόμενους ή και όχι από μουσική-, ένα ιδιότυπο αλλά μεγαλοφυές κράμα που απλώνεται από το μπαρόκ του παρελθόντος μέχρι απλούστερα τραγούδια συμβατά με
την εποχή του, καθώς απευθυνόταν σε λαϊκό κοινό, δεν παύει, πάνω απ’ όλα, να αποτελεί ένα γοητευτικό παραμύθι. Αυτό το στοιχείο βασικά όπλισε τη φαντασία της ομάδας «1927» -ήτοι των Βρετανών Σουζάν Αντράντε και Πολ Μπάριτ- και του Αυστραλού Μπάρι Κόσκι με αποτέλεσμα μία οργιαστική παράσταση (τη σκηνοθεσία συνυπογράφουν η Σουζάν Αντράντε και ο Μπάρι Κόσκι), εμπνευσμένη από τον βουβό κινηματογράφο του Μεσοπολέμου 

-αλλά και από το γερμανικό καμπαρέ και το μιούζικ χολ και το κίνημα του σουρεαλισμού-, βουτηγμένη στη μαγεία των κινούμενων σχεδίων (δημιουργία του Πολ Μπάριτ) τα οποία αντλούν τόσο από πηγές του 18ου αιώνα του έργου αλλά και άλλων εποχών όσο και από σύγχρονες και -ένα επίτευγμα!- συμπορεύονται με τη δράση του έργου στους ρυθμούς της μουσικής: ένα κράμα ανομοιογενές, όπως και το έργο, που 

καταφέρνει να το αποδώσει θαυμαστά και να το εκφράσει απόλυτα. Η παράσταση -παραγωγή (2012) της «Κόμισε Όπερ» του Βερολίνου, σε αναβίωση, με καλλιτέχνες από το δυναμικό της Λυρικής Σκηνής μας, στην Κεντρική Σκηνή «Σταύρος Νιάρχος» της οποίας και παρουσιάζεται, στο ΚΠΙΣΝ, του Τομπίας Ριμπίτσκι-, με δραματουργό τον Ούλριχ Λεντς, με συμπτυγμένους τους διαλόγους του Σίκανέντερ σε μεσότιτλους τύπου βουβής ταινίας, με υπέροχα σκηνικά και, κυρίως, κοστούμια, της Έστερ 


Μπιαλάς και καίριους φωτισμούς του Ελευθέριου Μπάνου, δίνει καινούργια πνοή στην όπερα του Μότσαρτ -μία φρεσκάδα, μία ελαφράδα, μία μαγεία που δικαιωματικά της ανήκουν. Αν θα είχα να την ψέξω για κάτι θα ήταν ότι περιορίζει τους καλλιτέχνες για ερμηνείες, ακινητοποιώντας τους ή υπαγορεύοντας την κίνησή τους με το υποδεκάμετρο ώστε να συνταιριαστούν με τα κινούμενα σχέδια. Επομένως αυτό μεγαλώνει τις απαιτήσεις, ρίχνει περισσότερο βάρος στη φωνητική απόδοσή τους. Η Ζωή Τσόκανου οδήγησε, στην πρεμιέρα που παρακολούθησα, σωστά την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος τη Χορωδία της. Η διανομή, σε γενικές γραμμές, κατάφερε αυτό ακριβώς το δύσκολο που ζητούσε η σκηνοθεσία: να την υπηρετήσει άψογα με έμφαση στο φωνητικό μέρος. Ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς-Ζαράστρο, ο μετακλημένος ελβετός τενόρος Σάσα Εμάνουελ Κράμερ-Ταμίνο, η σοπράνο Μαρία Παλάσκα-Παμίνα με άρωμα Λουίζ Μπρουκς,
ο βαρύτονος Τίμος Σιρλαντζής-Παπαγκένο α λα Μπάστερ Κίτον, ο τενόρος Χρήστος Κεχρής-Μονόστατος, όχι Μαυριτανός αλλά με όψη Νοσφεράτου, το απολαυστικό, φωνητικά και οπτικά με τις «αναλογίες» του, τρίο των Κυριών -οι σοπράνο Μίνα Πολυχρόνου και Αντωνία Καλογήρου και η μέτσο Μαργαρίτα Συγγενιώτου-, η σοπράνο Δήμητρα Κωτίδου-Παπαγκένα και οι υπόλοιποι δίνουν το καλύτερο. Η εξαίρετη σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, αν και όχι στην καλύτερή της στιγμή, έβγαλε πέρα τις φωνητικές ακροβασίες της Βασίλισσας της Νύχτας με επάρκεια. Μία παράσταση οργιώδους φαντασίας, εξαιρετικά συντονισμένη, εύφορη, γοητευτική -χάρμα οφθαλμών!-, με χιούμορ που 

περισσεύει, παιχνιδιάρικη (εκείνη η γάτα που ακολουθεί τον Παπαγκένο...). Θα σας είναι, σίγουρα, μία ευχάριστη έκπληξη. Να τη δείτε! Εγώ πολύ θα ήθελα να την ξαναδώ (Φωτογραφίες: Δημήτρης Σακαλάκης).