February 26, 2018

Tip: «Xenos»


Ελεγεία για τη χαμένη ανθρωπιά 



Άκουσα τον Άκραμ Χαν στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στην «Στέγη» του Ιδρύματος Ωνάση για την εκεί παγκόσμια πρώτη -ναι! Μία παγκόσμια πρώτη με όλη τη σημασία της λέξης «παγκόσμια»…- της καινούργιας παράστασής του «Xenos». Μίλησε για την πηγή έμπνευσής του που ήταν ο Πρώτος
Παγκόσμιος Πόλεμος -ο Μεγάλος Πόλεμος- και τους πάνω από 
ενάμισι εκατομμύριο Ινδούς, τότε -όταν Ινδία, Πακιστάν, Μπαγκλαντές (όπου και οι ρίζες του Άκραμ Καν) ήταν εδάφη υποδουλωμένα στη Βρετανική Αυτοκρατορία-, οι οποίοι αναγκάστηκαν να μετάσχουν, ανάμεσα σε συνολικά περίπου τέσσερα εκατομμύρια έγχρωμους των αποικιακών στρατευμάτων, εκόντες άκοντες στο μακελειό και άφησαν πίσω τους, στα πεδία των μαχών, χιλιάδες νεκρούς και 
αιχμάλωτους ή γύρισαν ακρωτηριασμένοι ή ψυχικά διαταραγμένοι. Και που οι ιστορίες τους, οι μαρτυρίες τους, μέχρι πρόσφατα, είχαν αποσιωπηθεί -ξένοι στον πόλεμο, ξένοι και στις πατρίδες τους. Συνήθως στις συνεντεύξεις Τύπου ακούγονται πολλά που τα ψάχνεις, μετά, στην παράσταση. Όταν είδα τη συγκεκριμένη παράσταση-σόλο του Άκραμ Καν, στην οποία υπογράφει σκηνοθεσία και χορογραφία ενώ είναι και ο ερμηνευτής, δεν είδα τίποτα «χειροπιαστό» από 
όσα είπε. Αλλά είδα τα πάντα μετουσιωμένα σε έργο καλλιτεχνικό. Ο Άκραμ Καν, σε δραματουργία της Ρουθ Λιτλ και με παρένθετα κείμενα του Τζόρνταν Τάναχιλ, μπλέκοντας με τον δικό του, ιδιοφυή τρόπο το ινδικό κατάκ με τον σύγχρονο χορό, συνθέτει μία λειτουργία για τους κεκοιμημένους, τους βασανισμένους, τους ακρωτηριασμένους «ξένους» που εξαναγκάστηκαν να γίνουν θύτες και θύματα για άλλων τα συμφέροντα. Στο συγκλονιστικό, συναρπαστικά φωτισμένο από τον Μάικλ Χαλς, κεκλιμένο σκηνικό της Μιρέλα Βαϊνγκάρτεν, με τα λίγα χώματα που κυλούν πάνω του -νύξεις για τα αμπρί του Μεγάλου Πολέμου-,

με τα κουκουνάρια που ξεχύνονται στο τέλος, με αυτό το χωνί που είναι χωνί γραμμοφώνου αλλά γίνεται και μεγάφωνο και προβολέας στρατοπέδου, υπό τους ήχους των επί σκηνής πέντε μουσικών που πλέκουν τους ινδικούς με τους δυτικούς ήχους -ακόμα και με το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ- με τον Βιντσέντσο Λαμάνια να υπογράφει την πρωτότυπη μουσική επένδυση και τον δεξιοτεχνικό σχεδιασμό ήχου, ο Άκραμ Καν, χωρίς σκηνική έπαρση, με ταπεινότητα, με συγκίνηση αναπέμπει μία ελεγεία, ένα ρέκβιεμ βαθιά συγκινητικό, καθηλωτικό για τη χαμένη ανθρωπιά: ήχοι, απόηχοι, νύξεις, συνειρμοί πολέμου και της εποχής και ένας Ξένος, 

ταλαιπωρημένος, βασανισμένος, λασπωμένος, που σέρνει τις αλυσίδες του ή σέρνεται από τα καραβόσκοινα που τον κρατούν δέσμιο. Προσπαθήστε, με κάθε τρόπο, να βρείτε μία θέση για τις δύο τελευταίες παραστάσεις και ας είναι εξαντλημένα τα εισιτήρια (Φωτογραφίες: Nicol Vizioli).

February 21, 2018

«Γκεμπελ(σ)ικά»… ή Μιούζικαλ να φαν’ κι οι κότες



Το Τέταρτο Κουδούνι / 21 Φεβρουαρίου 2018 
Νέα παράταση! Μετά τα αλλεπάλληλα sold out συνεχίζονται οι αναρτήσεις για μερικές ακόμα εβδομάδες. 


«Γκεμπελικό (γκεμπελΣικό, μάλλον, εννοεί, θα επενέβη ο διορθωτής …) πανηγύρι». Βρε, για κοίτα ΠΟΙΟΣ μιλάει! Για Γκέμπελς!
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 




Πρώτη φορά, αν δε λαθεύω, που ο Μιχαήλ Μαρμαρινός καταπιάστηκε μ’ έργο του ρεαλιστικού θεάτρου -έστω, ας το χαρακτηρίσουμε του ποιητικού ρεαλισμού- ανεβάζοντας το -κατά τη νέα μετάφραση-«Ένα τραμ με το όνομα ‘Πόθος’» του Τένεσι Γουίλιαμς στο Δημοτικό του Πειραιά. Και νομίζω ότι, τελικά, τα κατάφερε. Να ισορροπήσει τα αιτούμενα του κειμένου με το προσωπικό του στιλ. Ναι, με απόγνωση, είδα, και πάλι, στημένο μικρόφωνο με πόδι, ναι, είδα, και πάλι, βίντεο που μεγέθυναν συγχρόνως στην οθόνη λεπτομέρειες της παράστασης, ναι, είδα,
και πάλι, κατεβασμένα παντελόνια -εδώ και σώβρακα, κι ο κώλος και το πουλί του Στάνλεϊ όξω-, ναι, πολύ, επί σκηνής, τρεχαλητό -αγχώθηκα- αλλά οι συγκρούσεις, οι εκρήξεις του έργου, έστω κι «αλλιώς», υλοποιούνται -ειδικά στο δεύτερο μέρος της, η παράσταση με κέρδισε. Κι οι ηθοποιοί, «ντρεσαρισμένοι» μεν και μακριά από ψυχολογισμούς και συγκινησιακές ευκολίες, αλλά δίνουν στίγμα -Ευαγγελία Καρακατσάνη (η υπέροχη χοντρούλα που ’χασε τα πολλά επιπλέον κιλά της αλλά καθόλου το σπουδαίο τάλαντό της ούτε την έξοχη 
φωνή της), Άγγελος Τριανταφύλλου, Θεοδώρα Τζήμου, Χάρης Φραγκούλης (έστω κι αν απέχει απ’ αυτό που πιστεύουμε ότι είναι ο ρόλος) και, βέβαια, η Μαρία Ναυπλιώτου. Χωρίς να ’ναι ως ιδιοσυγκρασία η Μπλανς-Βίβιαν Λι ούτε η Μπλανς-Έλλη Λαμπέτη, η γήινη Μαρία Ναυπλιώτου δεν κερδίζει απλώς το στοίχημα, φλέγεται -παρανάλωμα γίνεται. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως ο Γουίλιαμς την Μπλανς για την Ταλούλα Μπάνκχεντ την έγραψε και την προόριζε. Που καμιά σχέση με τις «φευγάτες» δεν είχε. Άσχετα αν, τελικά, στην πρεμιέρα του 1947 την έπαιξε η Τζέσικα Τάντι -η Μπάνκχεντ έπαιξε, πάντως, το ρόλο το ’56. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, πως ο Κουν, για την ελληνική πρεμιέρα του έργου, το ’49, την Μπλανς στην Μελίνα Μερκούρη την έδωσε. Που μόνο στις «φευγάτες» δεν την κατέτασσες… 
Όσο για τον «καινούργιο» τίτλο του έργου στα ελληνικά, που το ξέραμε μέχρι τώρα ως «Λεωφορείο Ο Πόθος», πολύ καλά έκανε ο Αντώνης Γαλέος κι επανέφερε στις ράγες του το «Τραμ» του 

πρωτότυπου -που δεν ξέρω για ποιο λόγο είχε γίνει «Λεωφορείο» στην πρώτη μετάφραση του έργου στα ελληνικά, για το ανέβασμα του Κάρολου Κουν, που την υπογράφει ο Νίκος Γκάτσος αλλά τη συνυπογράφουν κι ο Μίνως Βολανάκης κι ο Ν.(;) Οικονομόπουλος. Αυτό το κατά λέξη «με το όνομα» δε μου άρεσε -πλεονασμό, πλατειασμό, κακόφωνο, με το «το-ο...», το βρίσκω. Γιατί όχι «Τραμ ‘Πόθος’»; (Φωτογραφίες: Karol Jarek).
(Πάντως, ομολογώ πως πέρασε απ’ το διαβολικό μυαλό μου ότι το καναν για να διαφημίσει ο Δήμος Πειραιά το επερχόμενο στο λιμάνι καινούργιο τραμ…).



«Οριστική λύση», λοιπόν, για το Θεατρικό Μουσείο δίνει η υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου. Όντως, λοιπόν, δούλευε για το θέμα όλον αυτό τον καιρό. Αλλά η επίσημη ανακοίνωση έχει τόσα «θα» που πολύ φοβάμαι ότι, τελικά, θα απομείνει ανεφάρμοστο γράμμα. ΠΟΥ και ΠΩΣ και ΠΟΤΕ θα βρεθούν τα 
-πολλά- χρήματα που χρειάζονται για τη διαμόρφωση του συγκεκριμένου κτιρίου της Σταδίου; Και ΠΟΣΟ χρόνο θα πάρει; Και ΠΩΣ θα λυθούν όλα τα γραφειοκρατικά προβλήματα που υπάρχουν ακόμα ή που θ’ ανακύψουν; Κι όταν την Λυδία Κονιόρδου  στο υπουργείο Πολιτισμού, διαδεχθεί άλλος, αν, μάλιστα, είναι κι άλλης κυβέρνησης, θα τηρηθούν και θα εφαρμοστούν τα συμφωνημένα με τους φορείς και υπεσχημένα; Θέλω να ’μαι αισιόδοξος αλλά το άσφαλτο, συνήθως, ένστικτό μου κι η κτηθείσα εν… τω στρατεύματι πείρα μου αναχαιτούν την όποια αισιοδοξία θα ’θελα να ’χω. Στην Ελλάδα, διάβολε, ζω…
Όσο για τη διάρρηξη της βιβλιοθήκης του Μουσείου που διαπιστώθηκε μόλις χτες, όταν άνοιξαν το κτίριο που τη στέγαζε για να ετοιμάσουν την προγραμματισμένη μετακόμιση στην ΕΡΤ για «προσωρινή ασφαλή» φύλαξη, άντε, τώρα, να βρουν τι έχει κλαπεί, κι άντε να καταλήξουν, κι άντε να εντοπίσουν τους δράστες -οι οποίοι, προφανώς, ΗΞΕΡΑΝ πού χτυπούν… Απλώς, με δεδομένες και τις προηγούμενες διαρρήξεις, στο κυρίως κτίριο του Μουσείου -επανέρχομαι-, μήπως θα πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες στους κατά το νόμο υπεύθυνους του Μουσείου για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους: τόσα χρόνια -επαναλαμβάνω-, στους καιρούς των παχέων αγελάδων, τι έκαναν για να κατοχυρώσουν την ασφάλεια των χώρων τους; Ξέφραγα αμπέλια τους είχαν αφήσει; Μήπως, πια, είναι θέμα εισαγγελέα;





«Διγενής Ακρίτας στα όρια» θα ’ναι η καινούργια παράσταση που θ’ ανεβάσει η Σοφία Καραγιάννη στο θέατρο «104», παραγωγή της ομάδας της «Gaff». Το κείμενο, που ’χει επεξεργαστεί δραματουργικά η σκηνοθέτρια, σε συνεργασία με την ομάδα, βασίζεται στο αγνώστου πατρότητας μεσαιωνικό έμμετρο αφηγηματικό «Έπος του Διγενή Ακρίτη» -που χρονολογείται μεταξύ 11ου και 12ου αιώνα, είναι το παλαιότερο γραπτό λογοτεχνικό μνημείο της δημώδους ελληνικής μεσαιωνικής γλώσσας και, κατά πολλούς, θεωρείται ως το έργο που σηματοδοτεί την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας-, μπολιασμένο, όμως, και μ άλλα στοιχεία δημοτικής ποίησης.
Οι σίγουροι, μέχρι σήμερα, συντελεστές της παράστασης είναι ο Νίκος Βλασόπουλος για τους φωτισμούς κι η Ρηνιώ Κυριαζή που θα διαμορφώσει το ηχητικό περιβάλλον. Το κείμενο θα ερμηνεύσουν, με τη λογική ραψωδών ή λαϊκών τραγουδιστών, ο
Ιωσήφ Ιωσηφίδης, ο Κωνσταντίνος Πασσάς κι ο Αλέξανδρος Τούντας. Η πρεμιέρα είναι ορισμένη για τις 2 Μαΐου κι οι δοκιμές έχουν ήδη ξεκινήσει.
Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, ο οποίος, σύμφωνα με το μύθο ήταν ένας απ’ τους ακρίτες -τους φρουρούς των βυζαντινών συνόρων- κι απέκτησε το προσωνύμιο Διγενής εξαιτίας της εθνικής καταγωγής του -η μητέρα του Ειρήνη ήταν κόρη βυζαντινού στρατηγού κι ο πατέρας του Μουσούρ άραβας εμίρης απ’ την Σιρία-, ο γνωστότερος απ’ τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών, έχει γίνει ήρωας σ’ αρκετά ελληνικά θεατρικά έργα αλλά στη σκηνή μας πρωτοεμφανίστηκε, εξ όσων συνάγω, το -πρώτο μεταπολιτευτικό- καλοκαίρι -του 1975-, όταν ο Κανέλλος Αποστόλου ανέβασε -για πρώτη φορά, το έργο είχε πρωτοδημοσιευτεί, με τον τίτλο «Χριστός λυόμενος ή Ο θάνατος του Διγενή», το 1947 αλλά παρέμενε άπαιχτο-, με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, την πέμπτη τραγωδία του Άγγελου Σικελιανού «Ο θάνατος του Διγενή», με τον Μάνο Κατράκη στον επώνυμο ρόλο κι Ευδοκία την Εύα Κοταμανίδου. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Φιλίππων και Θάσου, παίχτηκε και στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, κι άνοιξε τη σεζόν 1975/1976 του ΚΘΒΕ, στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Επόμενες αξιοσημείωτες παρουσίες του Διγενή Ακρίτα στην ελληνική σκηνή ήταν τη σεζόν 1989/1990, στο «Αμφι-Θέατρο», όπου ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ανέβασε, σε δραματουργική επεξεργασία του, «Το έπος του Διγενή Ακρίτη», η λαϊκή όπερα του Νίκου Κυπουργού «Ο Διγενής Ακρίτας και η βασίλισσα των Αμαζόνων» που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου ο οποίος υπέγραφε και την ελεύθερη ανάπλαση απ’ το έπος, το καλοκαίρι του 2002, κι η πιο πρόσφατη, στο Εθνικό Θέατρο, όπου ο Δημήτρης Λιγνάδης παρουσίασε -στην Αίθουσα Εκδηλώσεων-, την περίοδο 2012/2013, και στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Άλλη Διάσταση» και του Κύκλου «Γλώσσα Ελληνική», «Το έπος του Διγενή Ακρίτη».
Η καλή Σοφία Καραγιάννη, φέτος, έχει ήδη ανεβάσει στον «Κάτω Χώρο» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» και το έργο του Πάκο Μπεθέρα «Το μικρό πόνι» που πρόσφατα μεταφέρθηκε και παίζεται στο «104».




Παιδιά, τι συνέβη; Με τα μιούζικαλ. Πέφτουν τα μιούζικαλ -ξένα κυρίως αλλά κι ελληνικά- σαν το χαλάζι. Παίχτηκαν, παίζονται, έρχονται, επέρχονται, φτάνουν, θα ’ρθουν, αναγγέλλονται… -η επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας! Ό,τι δεν έχει ανεβεί εν Ελλάδι θ’ ανεβεί -το θέμα, βέβαια, είναι, ΠΩΣ ανεβαίνει…- ΕΔΩ και ΤΩΡΑ. Μπρόντγουέι γενήκαμε. Τρέμε Μπομπ Φόσι!
Αφού, αν δεν ήμανε φάλτσος και δεν είχα κι εκείνη την κήλη, μεταξύ τρίτου-τετάρτου δίσκου, θα το σκεφτόμουνα κι εγώ...



Ο Ακύλλας Καραζήσης θα ’ναι ο σκηνοθέτης του πολυβραβευμένου (οκτώ βραβεία «Τόνι» το 2012, μεταξύ των οποίων του Καλύτερου Μιούζικαλ και του Καλύτερου Λιμπρέτου) αμερικάνικου μιούζικαλ «Once» των Γκλεν Χανσάρντ και Μαρκέτα Ιργκλόβα (μουσική και στίχοι) και Έντα Γουόλτς (λιμπρέτο), που θα παρουσιάσει, την επόμενη σεζόν 2018/2019, η Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στην αίθουσά της στο ΚΠΙΣΝ.


Το «Once» (2011), βασισμένο στην ομώνυμη (στην Ελλάδα πρωτοπροβλήθηκε με τον τίτλο «Μια φορά» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» του 2007 και, στη συνέχεια, τη σεζόν 2007/2008, στις αίθουσες) ιρλανδική ταινία (2007) -ρομαντικό μιούζικαλ- του Τζον Κάρνι που πρωταγωνιστές της ακριβώς ήταν το ζευγάρι των συνθετών/στιχουργών του θεατρικού μιούζικαλ (Φωτογραφία: Joan Marcus).
Θα ’ναι η δεύτερη συνεργασία του Ακύλλα Καραζήση με την «Εναλλακτική Σκηνή» της Λυρικής, καθώς φέτος, ήδη, ανέβασε εκεί την αγγλική κωμική όπερα των Άρθουρ Σάλιβαν (μουσική) και Ου. Σ. Γκίλμπερτ (λιμπρέτο) «Ο Μικάδος».




Οι ηθοποιοί, στην περίοδο των γιορτών Χριστουγέννων/Πρωτοχρονιάς κάνουν, ειδικά στα μεγάλα θέατρα του κέντρου, συνήθως, περισσότερες παραστάσεις, χάνοντας την εβδομαδιαία μέρα αργίας που, εκ του νόμου, δικαιούνται. Οι θεατρικοί επιχειρηματίες, συνήθως, καταργούν κάποια απ’ τις επόμενες -και, βέβαια, τις μη κερδοφόρες- παραστάσεις δίνοντάς τους την ευκαιρία ν’ αναπληρώσουν την αργία.
Η «Αθηναϊκά Θέατρα», για τον «Αύγουστο» που παίζεται στο θέατρο «Δημήτρης Χορν», αποφάσισε να μη δοθεί η παράσταση της Τσικνοπέμπτης -μέρα αντιθεατρική, οπότε και τα εισιτήρια είναι λίγα- για ν’ αναπληρώσουν οι ηθοποιοί την αργία τους. Δικαίωμά της. Αλλά δεν ξέρω πότε πήρε την απόφαση. Η Viva, που ’χει αναλάβει την ηλεκτρονική διάθεση των εισιτηρίων ζητώντας τα στοιχεία -ΚΑΙ τους αριθμούς τηλεφώνων- αυτών που θα τ’ αγοράσουν, για τη συγκεκριμένη παράσταση, όμως, πουλούσε εισιτήρια.
Η αναγνώστρια κ. Κατερίνα Παπακωνσταντίνου μου καταγγέλλει ότι η ηλικιωμένη μητέρα της και μια φίλη της, που ’χαν προαγοράσει, μέσω Viva, εισιτήρια, μόνον όταν έφτασαν στο θέατρο, μετά από αρκετή ταλαιπωρία στο ταξί λόγω της κίνησης της μέρας, πληροφορήθηκαν, χωρίς να τους δοθεί εξήγηση, ότι η παράσταση δε θα γίνει. Απλώς, στις διαμαρτυρίες τους, η απάντηση του ταμείου ήταν «μπορείτε να πάρετε τα λεφτά σας πίσω». Αχαρακτήριστο! Η «Αθηναϊκά Θέατρα» δε νομίζει πως, αφού η Viva είχε τα τηλέφωνα και δεν επρόκειτο για κάτι έκτακτο, θα ’πρεπε να ’χει ειδοποιήσει τους θεατές που αποφάσισαν να την τιμήσουν και να δώσουν τα ευρώ τους; Αυτό δεν την τιμά. Κι αυτά συσσωρεύονται και, κάποια, στιγμή, πληρώνονται…




Κυκλοφορεί ως ανέκδοτο. Πώς θ’ αποκαλούμε πια το αεροδρόμιο των Σκοπίων; Skopje Former Alexander the Great Airport. Προσωρινά.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή…

February 12, 2018

Θαυμάστρια νάμπερ ουάν μέχρι θανάτου...



Το έργο. Πολ Σέλντον: συγγραφέας μπεστσελεριτζής που τα βιβλία του πουλάνε σαν τρελά -αισθηματικά μυθιστορήματα, τοποθετημένα στη βικτοριανή εποχή, με ηρωίδα ονόματι Μίζερι Τσάστέϊν. Οκτώ μέχρι τώρα. Προληπτικός, θεωρεί γούρι του να τα τελειώνει όλα, όπως έκανε με το πρώτο τους, κατακτώντας αμέσως την επιτυχία, σε ένα ορεινό κατάλυμα, κάπου στο Κολοράντο.

Εκεί κοντά, σε ένα απομονωμένο αγροτόσπιτο, μένει η Άνι Γουίλκς, μεσήλικη πρώην νοσοκόμα, κάπως διαταραγμένη ψυχικά: η «νάμπερ ουάν θαυμάστρια» του Σέλντον, που ζει με την Μίζερι και για την Μίζερι -της «έχει σώσει τη ζωή», λέει. Και που παρακολουθεί το ξενοδοχείο  όπου  ο  Σέλντον  τελειώνει, όπως το
συνηθίζει, ένα καινούργιο βιβλίο. Και που ακολουθεί το αυτοκίνητό του, μέσα στη θύελλα η οποία έχει ξεσπάσει, όταν εκείνος φεύγει και τυχαία υποπίπτει στην αντίληψή της. Μεγάλη η τύχη του (;): το αυτοκίνητο συντρίβεται αλλά η παρούσα στο δυστύχημα Άνι τον σώζει: τον ανασύρει από τα συντρίμμια βαριά τραυματισμένο, τον κουβαλάει σπίτι της με βγαλμένη ωμοπλάτη και κατάγματα και στα δύο πόδια και αναλαμβάνει τη φροντίδα του, με όσες γνώσεις και όσα παυσίπονα διαθέτει ως πρώην νοσηλεύτρια. Και τον απομονώνει -τα τηλέφωνα δεν λειτουργούν. Ο Σέλντον τής αποκαλύπτει ότι, από στιγμή σε στιγμή, κυκλοφορεί και ένατο μυθιστόρημά του με την Μίζερι. Και πως έχει μαζί του, ολοκληρωμένο, το καινούργιο του βιβλίο. Μόνο που ηρωίδα του σ’ αυτό δεν είναι η Μίζερι. Μπουχτισμένος, έχει κάνει στροφή στη 
σοβαρή λογοτεχνία. Η Άνι ζητάει να το διαβάσει: δεν θα το καταπιεί εύκολα -έχει πολλές βρισιές που τη σοκάρουν και του λείπει η Μίζερι, ούτε μπορεί να το διαβάσει, όπως συνήθιζε, ακούγοντας τον «φάνσι» Λιμπεράτσε, λαϊκό είδωλο στην Αμερική…, να παίζει πιάνο. Και όταν αγοράσει, πρώτη, όπως πάντα, φρέσκο-φρέσκο, «Το παιδί της Μίζερι», το καινούργιο, το ένατο, και ανακαλύψει πως ο Σέλντον ξεπαστρεύει την ηρωίδα του κατά τη διάρκεια του τοκετού της -διότι θέλει πλέον να απαλλαγεί από το βάρος της αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι της- θα χάσει τον έλεγχο και θα εκτραπεί: έξαλλη. Ο Πολ που θαύμαζε είναι ο «δολοφόνος» της Μίζερι.
Τον υποχρεώνει, καθώς του είναι αδύνατον να αντιδράσει και να κινηθεί και πονάει φριχτά και εκείνη έχει τα παυσίπονα, άρα είναι στην απόλυτη εξουσία της, να κάψει το χειρόγραφο του νέου μυθιστορήματός του και, αφού του κουβαλάει μία γραφομηχανή, να γράψει το δέκατο βιβλίο της Μίζερι «ανασταίνοντάς» την: Μίζερι ή θάνατος! Θα το κάνει ο Πολ υπό την επιτήρησή της -δεν έχει άλλη επιλογή. «Η επιστροφή της Μίζερι», ο τίτλος του. 
Αρχίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι γάτας και ποντικού. Οι απόπειρές του Πολ να το σκάσει αποβαίνουν άκαρπες, εκείνη τις αντιλαμβάνεται, τον τιμωρεί, σκοτώνει ένα σερίφη ο οποίος ανακαλύπτει το μυστικό της απόκρυψης του εξαφανισμένου Σέλντον που τον ψάχνουν παντού αλλά η εκδίκηση του συγγραφέα
είναι, τελικά, δική του: όταν εκείνη του αποκαλύψει ότι είναι ερωτευμένη μαζί του και δεν θέλει να τον χάσει και ότι προτιμάει να τον σκοτώσει και να σκοτωθεί, ο Πολ θα ρίξει στις φλόγες το χειρόγραφο της «Επιστροφής» και θα της φέρει τη βαριά γραφομηχανή στο κεφάλι. Αλλά επειδή δεν πεθαίνει με την πρώτη θα την μπουκώσει με τα καμένα χειρόγραφα. Έχει απαλλαγεί από αυτήν.
Στο τέλος θα τον δούμε, ελευθερωμένο και σχεδόν γιατρεμένο, να παρουσιάζει σε συνέντευξη Τύπου την «Επιστροφή της Μίζερι». Είχε κρατήσει αντίγραφο του χειρόγραφου που είχε κάψει. Ξαναγυρίζει εκεί από όπου ήθελε να ξεφύγει. Και η Άνι Γουίλκς «είναι εκεί».

Ο αμερικανός μπεστσελερίστας Στίβεν Κινγκ, στο μυθιστόρημά του «Μίζερι» (1987), γίνεται, εν μέρει, αυτοβιογραφικός παίρνοντας ως αφορμή τις αρνητικές αντιδράσεις των θαυμαστών του όταν εξέδωσε ένα βιβλίο όπου δεν κυριαρχούσε ο τρόμος και η φρίκη στα οποία τους είχε συνηθίσει. Το -καλογραμμένο- μυθιστόρημα δεν ξεπερνάει κατά πολύ τις προδιαγραφές του 
μπεστ σέλερ και ο Κινγκ του δίνει ένα αισιόδοξο τέλος: ο Σέλντον απαλλάσσεται από το βάρος της Μίζερι και θα μπορέσει να γράψει το βιβλίο που θέλει και όχι αυτό που απαιτούν οι θαυμαστές του.
Ο επίσης αμερικανός Γουίλιαμ Γκόλντμαν που υπογράφει τη διασκευή του μυθιστορήματος -κινηματογραφικής φόρμας, με πολλές μικρές σκηνές- για το θέατρο (2015) -είναι ο δεύτερος, μετά τον Σάιμον Μουρ, που το διασκευάζει -το βαθαίνει και με το φινάλε που δίνει -η Άνι αποδεικνύεται ο εφιάλτης του Σέλντον ο οποίος ποτέ δεν θα καταφέρει να απαλλαγεί από την απαίτησή της «άλλη μία καινούργια Μίζερι, άλλη μία καινούργια Μίζερι…» -ένα σύμβολο του εγκλωβισμού του ως συγγραφέα: ο αποκλεισμός του στο αγροτόσπιτό της μέσα του είναι.

Η παράσταση. Ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς έπιασε καλά το πνεύμα του έργου, στη λαγαρή μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, την οποία επεξεργάστηκε δραματολογικά και, χωρίς να παραμελήσει το πρώτο επίπεδό του -ένα ψυχολογικό θρίλερ φρίκης-, ανέδειξε το δεύτερο. Με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες και με πολλή, ως προκύπτει, δουλειά. Ο μικρός χώρος του θεάτρου όπου παρουσιάζεται και η εγγύτητα του κοινού με τα σκηνικά δρώμενα είναι σχεδόν απαγορευτικά για μία πειστική σκηνική δράση -συμπλοκές, πάλη, συρσίματα, φωτιές… Και όμως τα έχει καταφέρει άψογα -κάποιες μικροατέλειες, με το χρόνο, θα αμβλυνθούν. 
Τα ανάλαφρα σκηνικά και τα κοστούμια του Εδουάρδου Γεωργίου, οι μουσικές του Κωστή Ξενόπουλου, που ντύνουν κινηματογραφικά την παράσταση με καίριο τρόπο, η -προφανώς πολύτιμη για την πειστικότητα του αποτελέσματος- κινησιολογική επιμέλεια της Φρόσως Κορρού, ο εξαιρετικός ηχητικός σχεδιασμός της Κατερίνας Βάμβα και, κυρίως, οι υποβλητικοί, φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου, αποφασιστικοί για να δημιουργηθεί η ατμόσφαιρα θρίλερ -η πρώτη είσοδος της Άνι από την κουζίνα με το ρουλάν τραπεζάκι αποκτάει, με το φωτισμό, κάτι το ιερατικό, τα άγια των αγίων (της)- αναδεικνύουν τη σκηνοθεσία.
Οι ερμηνείες. Σκηνοθεσία η οποία, φυσικά, καταφέρνει τα μέγιστα χάρη στους ηθοποιούς. Η Ρένη Πιττακή, με αρχική στόφα ευαίσθητη και φευγάτη, έχει ήδη πολλές φορές αποδείξει ότι διαθέτει και δυναμισμό εντυπωσιακό. Εδώ δοκιμάζει κάτι διαφορετικό: το δυναμισμό αυτό τον μετουσιώνει -μάσκα, κίνηση, ταχύλογη, μπερδεμένη εκφορά του λόγου, μεταπτώσεις…- σε μία ερμηνεία συγκλονιστική. Η Ρένη Πιττακή ΕΙΝΑΙ η Άνι. Η διαταραγμένη ψυχικά, η επικίνδυνη Άνι. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος δεν έχει εξίσου αβανταδόρικο ρόλο. Αλλά ο ρόλος ο δικός του είναι, ίσως, πιο δύσκολος -δύο επιπέδων: αυτό που βλέπει η Άνι και το χωρίς λόγια υπο-κείμενο που πρέπει να βλέπουμε εμείς. Δύο ερμηνείες βιρτουόζων. Επιπλέον και οι δύο τους, οδηγημένοι υποθέτω από το σκηνοθέτη, διαποτίζουν τους ρόλους τους με ένα υποδόριο, «κριτικό» χιούμορ -σκανταλιάρικο από την Ρένη Πιττακή, ειρωνικό από τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο. Χιούμορ που προσδίδει θεατρικότητα στο παραστασιακό αποτέλεσμα. Ο Δημήτρης Καραμπέτσης συμπληρώνει σωστά τη διανομή στον σύντομο ρόλο του.
Το συμπέρασμα. Η παράσταση, αν και μακράς διαρκείας και με τρία μόνο -βασικά δύο- πρόσωπα επί σκηνής, με καθήλωσε. Πρέπει να τη δείτε. Θα με θυμηθείτε

Θέατρο «Ιλίσια Βολανάκης, 8 Φεβρουαρίου 2018.



February 9, 2018

Νάνα Μούσχουρη: έναν 84χρονο μύθο θα μας (ξανα)πεί… ή Πάααααλι «Ναμπούκο»; ή Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική ή Μίκης πΓΔΜ


Το Τέταρτο Κουδούνι / 9 Φεβρουαρίου 2018 
Για λίγες ακόμα εβδομάδες


Μίκης Θεοδωράκης: πΓΔΜ ή άλλως π(ου)Γ(ου)Δ(ου)Μ(ου). Ήτοι π(ρώην) Γ(ενναιόφρων) Δ(ιεθνιστής) Μ(ουσικοσυνθέτης) -πΓΔΜ.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… 


 

Είναι ποιήτρια. Για ν’ ακριβολογώ είναι Ποιήτρια -κι ας έχει αρκετά χρόνια να βγάλει βιβλίο με ποίηση. Απ’ τους/τις κορυφαίους/-ες της αποκαλούμενης «Γενιάς του ’70». Είναι μεταφράστρια. Για ν’ ακριβολογώ είναι Μεταφράστρια -εκεί να δείτε σεβασμός ΚΑΙ στο γράμμα και στο ΠΝΕΥΜΑ του συγγραφέα. Αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι ξέρει γράμματα -για ν’ ακριβολογώ Ξέρει γράμματα. Αποθεώνει τη Γλώσσα. Βασανίζεται για να αποθεώσει τη Γλώσσα. Είναι έξυπνη. Για ν ακριβολογώ είναι Έξυπνη. Όχι απλώς Έξυπνη. Αυτό που λέμε στα αγγλικά brilliant -σας παραπέμπω σε συνέντευξή της στην Ιωάννα Μπλάτσου, στην «Καθημερινή, στη σειρά «Από το Α έως το Ω», είναι λίγο παλιά (5/5/2014) αλλά εύκολα μπορείτε να τη βρείτε στο διαδίκτυο. Είναι Άνθρωπος -ξέρει να ’ναι Άνθρωπος. Είναι Φίλη -απίστευτα δοτική με τους φίλους της. Είναι ταμένη στους ανθρώπους της -η εγγονή της η Αλίνα, απ’ την αναλόγου διαμετρήματος κόρη της σκηνογράφο/ενδυματολόγο, μήλο κάτω απ’ τη μηλιά, Μαγιού Τρικεριώτη, είναι η Ζωή της. Κι έχει χιούμορ. Για ν’ ακριβολογώ έχει Χιούμορ. Τ’ όνομα της, Τζένη Μαστοράκη. (Κατάχρηση των κεφαλαίων έχω κάνει αλλά μόνο κεφαλαία της πρέπουν).
Έχει μεταφράσει -ας μου επιτραπεί η έκφραση- τα κέρατά της. Από Μαρξ μέχρι Έντγκαρ Άλαν Πόου, από Κλάιστ μέχρι Κανέτι, από Χόφμαν μέχρι Χάινριχ Μπελ. Ο άθλος της: μετέφρασε τον «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλιντζερ (φωτογραφία: Paul Adao) και, 36 χρόνια μετά, δεν αναθεώρησε απλώς τη μετάφραση, ΞΑΝΑμετάφρασε το μυθιστόρημα με καινούργιο τίτλο -«Στη σίκαλη, στα στάχυα, ο πιάστης» (Εκδόσεις «Γράμματα», 2014), μια δουλειά μνημειώδης.
Μετέφρασε και θέατρο η Τζένη Μαστοράκη. Η συνεργασία της με το φίλο της -που τον λάτρευε-, τον Λευτέρη Βογιατζή (φωτογραφία: Σπύρος Στάβερης) -στην «Σκηνή» αρχικά, στην «νέα Σκηνή» του στη συνέχεια- θαυματούργησε. Η τελειοθηρία και των δυο τους βρήκε πρόσφορο έδαφος κι έσμιξε κι άνθισε και καρποφόρησε: «Η σπασμένη στάμνα» του Κλάιστ, «Τέφρα και σκιά» του Πίντερ, «Καθαροί πια» και «Λαχταρώ» της Σάρα Κέιν, «Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ αλλά κι «Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ» του Κλάιστ στο Εθνικό. Λέξεις που άστραφταν αλλά κι έσταζαν ουσία, ψαγμένες αλλά ποτέ εξεζητημένες, που δένονταν σε φράσεις περίλαμπρες, που κατέβαζαν συγκλονιστικά τα νοήματα -το δοξαστικό της ελληνικής γλώσσας, η αποθέωση της ποίησης μέσα απ’ τη γλώσσα του θεάτρου, κάθε μετάφραση, κάθε παράσταση και καλύτερη.
Και Λόρκα έχει μεταφράσει η Τζένη Μαστοράκη -την «Γέρμα» του, για το «Θέατρο Τέχνης», τον Μίμη Κουγιουμτζή και την Ρένη Πιττακή. Μια εξαιρετική παράσταση -νομίζω η καλύτερη του Κουγιουμτζή-, μια ανεπανάληπτη ερμηνεία της Πιττακή και μια 
μετάφραση που κονταροχτυπήθηκε με τους Λόρκα-σταθμούς του Νίκου Γκάτσου και βγήκαν ισοπαλία.
Ήθελα να γράψω, εδώ, για την Τζένη Μαστοράκη αφότου διάβασα την καινούργια μετάφραση του Σάλιντζερ αλλά όλο και το αμελούσα. Επέστη ο χρόνος. Τα τελευταία χρόνια άρχισε να τυπώνει, μ’ επίμετρα όπως Εκείνη ξέρει να τα γράφει, τις μεταφράσεις της των κλασικών στις Εκδόσεις «Γράμματα», του άλλοτε συζύγου της και πατέρα της κόρης της Βαγγέλη Τρικεριώτη -άλλος σημαντικός αθόρυβος- καθώς μέχρι τότε υπήρχαν μόνο στα προγράμματα των παραστάσεων το «Τέφρα και σκιά», το «Καθαροί πια», το «Λαχταρώ» και «Το ύστατο σήμερα» (της «νέας Σκηνής») κι ο «Μανδραγόρας» του Μακιαβέλι (του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου»). Έχει εκδώσει απ’ το 2008 τον «Πρίγκιπα του Χόμπουργκ», τον «Μανδραγόρα» και την «Πενθεσίλεια» του Κλάιστ. Τώρα είναι που βρέθηκαν τα δυο τελευταία στα χέρια μου συν η μετάφρασή της στο «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;» του Άλμπι (το οποίο παίζεται για δεύτερη σεζόν στο «Μεταξουργείο», απ’ τους «Συν-Επί» -εξαίρετη παράσταση του Γιώργου Κιμούλη, με Άκι Βλουτή και Δήμητρα Χατούπη), που ξανάκουσα και ιδού η ευκαιρία να γράψω επιτέλους. Ενώ αναμένονται, απ’ ό,τι μαθαίνω, στα «Γράμματα» πάντα, «Η σπασμένη στάμνα», η «Γέρμα» και «Το καινούργιο σπίτι» του Γκολντόνι, που ’χε ανεβάσει ο Βασίλης Παπαβασιλείου με την τότε «Εποχή» του. Ψάξτε τα! Αξίζει να τα ’χετε στη βιβλιοθήκη σας.




Μια ιδιαίτερη παράσταση με τον τίτλο «Εκ βαθέων κύριε Μ» ετοιμάζει ο σκηνοθέτης Γιάννης Μαργαρίτης στο «Black Duck» της πλατείας Καρύκη, πάνω σε δικό του κείμενο «για τον μυστηριώδη συνάδελφό του κύριο Μ», το οποίο θα παίξει ο ίδιος που ξαναθυμάται τον ηθοποιό εαυτό του.
Ο Γιάννης Μαργαρίτης καταγράφει και παρουσιάζει, με την αφιλοκερδή συμμετοχή και βοήθεια της Χρυσάνθης Δούζη, την εκ βαθέων εξομολόγηση του κυρίου Μ, «συναδέλφου του και συνταξιδιώτη του στο μέγα της ζωής τους ταξίδιον», που θα μπορούσε να πρόκειται και για εντελώς αυτοβιογραφική καταγραφή: παιδικά χρόνια, η δεκαετία του ’60, μαθητικά χρόνια, τα καλοκαιρινά μπάνια, η αμερικάνικη Βάση, το θεατρικό μικρόβιο, δικτατορία, Πολυτεχνείο, φυλακή, σπουδές, θεατρική δημιουργία, άσπονδοι φίλοι και συνάδελφοι, περιοδείες στο εξωτερικό και προσωπικές στιγμές… «για όσους θέλουν να θυμηθούν, για όσους θέλουν να γνωρίσουν, για όσους θέλουν να γελάσουν αλλά και να θυμώσουν με τον κύριο Μ και την υποκειμενική καταγραφή του Γιάννη Μαργαρίτη».
Η πρεμιέρα, στις 2 Μαρτίου.




Πιο σφιγμένο, χωρίς τα περσινά πληθωριστικά φαινόμενα, τους πλατειασμούς και τις επικαλύψεις το πρόγραμμα του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών που ανακοίνωσε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Προφανώς έδειξε κατανόηση -συμπόνια θα ’ταν το σωστότερο- για μας τους «επαγγελματίες» θεατές που αλλόφρονες δεν προκάναμε, πέρσι, πού να πρωτοπάμε. Και πρόγραμμα πολύ ενδιαφέρον -νομίζω το καλύτερο, καταρχάς, της τριετίας Θεοδωρόπουλο, έντονα αισθητή κι η παρουσία, από φέτος, του διεθνούς Κώστα Πηλαβάκη ως συμβούλου σε θέματα «κλασικής»μουσικής. Φυσικά, όλα προς απόδειξιν -ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.
Βέβαια, εκεί που στραβοκατάπια ήταν όταν διάβασα πως στο Ηρώδειο περιμένουμε, εντός Φεστιβάλ, συναυλία της 84χρονης πια Νάνας Μούσχουρη που, ενώ νόμιζα πως ήδη μας είχε αποχαιρετίσει το 2014, στα 80 της -επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης Γιώργου Λούκου-, «Έναν μύθο θα μας πει» και πάλι. Εγώ τι να πω; Τελικά, οι καλλιτεχνικοί διευθυντές πέφτουνε, μα η Νάνα Μούσχουρη μένει. Αλλά με μια «Ελπίδα» ζει κανείς…
Όσο για την Λυρική… Έλεος δηλαδή! Ήμαρτον! Πάααααλι «Ναμπούκο»; (Έχει, βέβαια, Πλατανιά αλλά δεν του βρίσκουν κάτι πιο φρέσκο, πιο φρέσκο για την Ελλάδα, τουλάχιστον;). Πάααααλι «Κάρμεν»; Πάααααλι «δημοφιλή -ΚΑΙ τα δυο τα φεστιβαλικά; Πόσες φορές έχει παιχτεί ο «Ναμπούκο» στο Ηρώδειο; Πόσες φορές έχει παιχτεί η «Κάρμεν» στο Ηρώδειο; Ήμουν νιος και γέρασα να τα βλέπω. Αφού νομίζω ότι μπορώ, σε περίπτωση λουμπάγκο καλλιτέχνη, κι αντικατάσταση να κάνω… Τελικά, οι καλλιτεχνικοί διευθυντές πέφτουνε, μα τα «δημοφιλή» μένουν…



«Ex-Να ψοφήσουν οι πρωταγωνιστές» είναι ο προκλητικός τίτλος του έργου του πολυβραβευμένου και πολυμεταφρασμένου Ουρουγουανού Γκαμπριέλ Καλντερόν που θα παρουσιάζεται σε μετάφραση Δημήτρη Ε. Ψαρρά και
σκηνοθεσία Πάνου Κούγια, στο «104», από 24 Φεβρουαρίου, τα Σαββατοκύριακα, με τους Αλεξάνδρα Παντελάκη, 
Αργύρη Γκαγκάνη, Δάφνη Μανούσου, Ιωάννη Αθανασόπουλο, Αδριανό Γκάτσο, Χρήστο Καρανικόλα και Γεωργία Παντέλη, παραγωγή της Square Theatre Company.
Στο έργο, η Άννα, μια νέα που προσπαθεί να μάθει την αλήθεια για το τί συνέβη στην οικογένειά της την περίοδο της δικτατορίας στην Ουρουγουάη, αποφασίζει, με τη βοήθεια του εφευρέτη συντρόφου της, του Ταδέο, να συγκεντρώσει ξανά όλους τους συγγενείς της γύρω απ’ το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Με τη βοήθεια μιας χρονομηχανής που ’χει κατασκευάσει ο Ταδέο, συγγενείς απ’ το παρόν και απ’ το παρελθόν, ζωντανοί και νεκροί, μαζεύονται σ’ ένα παράξενο δείπνο δημιουργώντας τραγελαφικές καταστάσεις και προκαλώντας απροσδόκητες εξελίξεις.
Το έργο του Καλντερόν, που ’χει αναλάβει και σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Ουρουγουάη, γράφτηκε κατόπιν ανάθεσης απ’ το παρισινό «Théâtre des Quartiers d' Ivry» και πρωτοπαρουσιάστηκε το 2012 στο Διεθνές Φεστιβάλ του Μανισάλες της Κολομβίας και, κατόπιν, την ίδια χρονιά, στην Ουρουγουάη ενώ το 2013, ανέβηκε στο Παρίσι. Έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες κι έχει παιχτεί σε πολλά φεστιβάλ.
Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε, αλλά σε μορφή «θεατρικού αναλογίου», στην «Τεχνόπολη», το περασμένο καλοκαίρι -του 2017-, στο πλαίσιο του 9ου Φεστιβάλ ΛΕΑ («Λογοτεχνία εν Αθήναις»), στη μετάφραση του Δημήτρη Ψαρρά και σε σκηνοθεσία, επίσης, Πάνου Κούγια, παρουσία του συγγραφέα μάλιστα.
Η ελληνική μετάφραση του «Να ψοφήσουν οι πρωταγωνιστές», ενταγμένη στη συλλογή «Ουρουγουάη: τρία σύγχρονα θεατρικά έργα», ετοιμάζεται απ’ τις Εκδόσεις «Isuku Verlag», μ’ επιμελητή της συλλογής το μεταφραστή Δημήτρη Ε. Ψαρρά.



Εξαιρετικό. Το ξεκίνημα της νέας περιόδου του αγαπημένου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Περιόδου που η αυλαία της σηκώνεται επίσημα στις 13 Ιουλίου με το 24ο Φεστιβάλ (μέχρι 22 Ιουλίου), υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση -μετά την ανεξίτηλη 21χρονη της Βίκυς Μαραγκοπούλου και τη μετρημένη, σύντομη, δίχρονη της Κατερίνας Κασιούμη- της Λίντας Καπετανέα πια, πολύ ενδιαφέρουσας χορογράφου και
χορεύτριας. Το εναρκτήριο λάκτισμα, λοιπόν, που γίνεται με την καινούργια εικαστική ταυτότητα -το λογότυπο, με άξονα το KDF (Kalamata Dance Festival), σε διάφορες εφαρμογές και δυο βίντεο που μόλις έφτασαν- μ’ ενθουσίασε. Τα υπογράφει ο -έλληνας- γραφίστας, φωτογράφος και σκηνοθέτης Mike Rafail.
Μαζί με την ποιότητα και τη διεθνή, πια, αναγνωρισιμότητα, που φέρει η νέα διευθύντρια, προμηνύουν-καθαρότατον ήλιο
επρομηνούσε…- ένα Φεστιβάλ τουλάχιστον ενδιαφέρον. Το ελπίζωκαι το εύχομαι ολόψυχα -ελπίζω κι οι δημοτικοί άρχοντες… Θα μαστε εκεί. 
Και νέα υπεύθυνη επικοινωνίας στο Φεστιβάλ: η Λήδα Καρανικολού, εγνωσμένης ικανότητας, πείρας
κι ευγένειας. Καλή αρχή! Καλή -η όποια- καινούργια αρχή και για την Χαρά Πετρούνια, την μέχρι τώρα και για πολλά χρόνια υπεύθυνη επικοινωνίας. Πολύ θα μας λείψει η ζεστασιά κι η ανθρωπιά της και το χιούμορ της. Πάντως και σ’ αυτόν τον τομέα, της επικοινωνίας, έχει δημιουργήσει, αν υπολογίσουμε και την προηγούμενη στη θέση Γιάννα Καμπουρίδου, καλή παράδοση το Φεστιβάλ Καλαμάτας.




Σχετικά με το σχόλιό μου στο «Τέταρτο Κουδούνι» στις 31 Δεκεμβρίου 2017, για τις ελλείψεις στο Ψηφιοποιημένο Αρχείο της ηλεκτρονικής σελίδας του Εθνικού Θεάτρου, απ’ το οποίο λείπουν όλες οι παραστάσεις της τελευταίας δωδεκαετίας -απ’ το 2005 και μετά-, η θεατρολόγος Ειρήνη Μουντράκη, υπεύθυνη Δραματολογίου-Θεατρολογίας-Μουσικής, Αρχείου-Βιβλιοθήκης αλλά και Διεθνών Σχέσεων του Εθνικού, μ’ ενημερώνει πως το πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός ότι το ΕΣΠΑ, το οποίο είχε πάρει για το σχέδιο αυτό το Εθνικό τερματίστηκε το 2005, και δεν έγινε κατορθωτό ν’ ανανεωθεί για τη συμπλήρωση και τελειοποίηση του Αρχείου. Κι ότι εδώ και μερικούς μήνες το Εθνικό οργανώνει τη συνέχιση και συμπλήρωσή του με ίδια μέσα. Μακάρι! Πρέπει!


Και κάτι απ’ το παρελθόν. Για να θυμόμαστε -πιο επίκαιρο δε γίνεται… Προ 26ετίας. Μηνιαία επιθεώρηση «Ο Πολίτης». Του αξέχαστου Άγγελου Ελεφάντη. Τεύχος 120. Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1992. Εξώφυλλο: «Η Ελληνική Μακεδονία είναι Ελληνική». Πιο πετυχημένο δε γίνεται.
Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… (Ευχαριστώ θερμά τη φίλη Δ.Κ. που μου το ’στειλε).